Σκέφτομαι και… με γράφουν!

Μεταξύ Αγανακτισμένων… συμπαράσταση

Οι συμβουλές που μας δίνουν οι μεγαλύτεροι μπορούν πολλές φορές να αποδειχτούν πολύτιμες. Όχι συμβουλές που δίνει για παράδειγμα μια μητέρα στο παιδί της, όπως το να κοιτάει δεξιά-αριστερά πριν διασχίσει το δρόμο, αλλά παραινέσεις που διαμορφώνουν τη ζωή μας, την (πολιτική αλλά και κάθε είδους) ιδεολογία μας και μας καθορίζουν ως ανθρώπους.
Τέτοιου είδους συμβουλές έχουν βοηθήσει στην διατήρηση των θεσμών μας, της μακροχρόνιας παράδοσης της χώρας μας αλλά έχουν επίσης συνδέσει όλους εμάς κάτω από μια κοινή ταυτότητα, την ελληνική και –κυρίως- την ανθρώπινη.
Κάποιες άλλες, λιγότερο διαχρονικές, οι οποίες δεν ήταν προς το ανθρώπινο συμφέρον, χάθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, και πλέον οι υποστηρικτές τους είναι λίγοι και μη αποδεκτοί ως ορθά σκεπτόμενοι στην κοινωνία.
Στα δύσκολα χρόνια που διανύουμε όμως, τα οποία στην ιστορία των ανθρώπινων πολιτισμών θα χαρακτηριστούν ως τα χρόνια της «Τεχνολογικής Επανάστασης», αλλά και της αδιανόητης εγκληματικότητας και καταστροφής καθετί ωραίου, χρειαζόμαστε κάτι άλλο. Χρειαζόμαστε την καινοτομία της ανθρώπινης σκέψης που ανά τους αιώνες μας έχει βγάλει από εξαιρετικά δύσκολες θέσεις. Χρειαζόμαστε επίσης άτομα με όρεξη, κουράγιο, δύναμη και πάνω απ’ όλα, ώριμο μυαλό, όχι για να κάνουν όλη τη δουλειά για ‘μας, αλλά για να ηγηθούν της επικείμενης Επανάστασης.
Αυτής που ξεκίνησε με την αφύπνιση της συνείδησης των πολιτών του πλανήτη και θα συνεχιστεί μέχρι το άλλοτε «ανώτερο» ανθρώπινο είδος να επαναφέρει την τάξη και να καταφέρει να κλείσει τις πληγές που άνοιξαν οι λανθασμένες επιλογές κι η υπερβολική ανεκτικότητα.
Οφείλουμε να υποστηρίξουμε τους «Αγανακτισμένους» για πέντε απλούς λόγους.
Διότι εκφράζουν την κοινή γνώμη, δεν έχουν κομματικά κίνητρα, διαδηλώνουν ειρηνικά και οργανωμένα και στοχεύουν ΜΟΝΟ στο κοινό καλό. Αυτό που κάποτε οι μεγαλύτεροι έλεγαν πως ήθελαν για τα παιδιά τους.
Εκτός από το χρέος όμως έχουμε και το δικαίωμα να διαφωνούμε, να αντιπαρατιθέμεθα και να εκφράζουμε την δική μας άποψη, χωρίς να χτυπάμε στα τυφλά, χρησιμοποιώντας την περιβόητη «ξύλινη γλώσσα» και το κύρος ενός πολιτικού αξιώματος. Χωρίς να καταδικάζουμε ένα κίνημα που κατάφερε να ενώσει τους Έλληνες όταν ό, τι άλλο προσπάθησαν να τους «ταΐσουν» απέτυχε. Ο φόβος των ενόχων ήδη έχει κάνει την εμφάνισή του, και τώρα κρύβεται πίσω από υστερικές δηλώσεις και απαξίωση. Η τελευταία κουβέντα θα ειπωθεί στο Σύνταγμα:
«Μαζί τους διώξαμε».

Σχόλια

<!-- @page { margin: 2cm }

<!-- @page { margin: 2cm } P { margin-bottom: 0.21cm } -->

Ζούμε πραγματικά πρωτόγνωρες στιγμές. Ίσως να πρόκειται και για την αρχή κοσμοϊστορικών γεγονότων. Το σίγουρο όμως είναι ότι οι αγανακτισμένοι στις διάφορες πλατείες της Ελλάδας αλλά και των άλλων ευρωπαϊκών πόλεων γράφουν ιστορία.

 

Αξίζει να επικεντρωθούμε σε ένα σύνθημα που επαναδιατυπώθηκε πολλές φορές. “Επανεκκίνηση της Δημοκρατίας”.

 

Σε γενικές γραμμές ένα σύστημα και μάλιστα ένα ηλεκτρονικό σύστημα χρειάζεται επανεκκίνηση όταν η λειτουργία του διακοπεί με μη φυσιολογικό τρόπο ή παρουσιάζει δυσλειτουργίες γεγονός που το καθιστά αναξιόπιστο. Η επανεκκίνηση αυτή γίνεται με σκοπό το σύστημα να ξαναρχίσει να λειτουργεί και να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες ώστε να διορθωθούν οι δυσλειτουργίες αυτές. Πολλές φορές όμως μετά την επανεκκίνηση διαπιστώνονται βλάβες που απαιτούν γενναίες αποφάσεις για να αντιμετωπιστούν αλλά και μεγάλο οικονομικό κόστος. Στην περίπτωση ενός υπολογιστή μια επανεκκίνηση θα μπορούσε να στοιχίσει απώλεια δεδομένων αλλά και άλλων στοιχείων με επιπλέον οικονομικό αλλά και ψυχικό κόστος για τον χρήστη του.

 

 

Στην περίπτωση μας το σύστημα που παρουσιάζει τις δυσλειτουργίες είναι η Δημοκρατία. Μια προσπάθεια επανεκκίνησης προϋποθέτει μια ισχυρή βούληση και ένα ισχυρό σθένος για την αντιμετώπιση των δυσλειτουργιών. Το κόστος σίγουρα θα είναι μεγάλο οικονομικό, ψυχικό αλλά και πολιτικό. Απευχόμαστε φυσικά το κόστος σε ανθρώπινες ζωές.

 

 

Την βούληση για την επανεκκίνηση αυτή φαίνεται ότι την διαθέτουν οι “αγανακτισμένοι”. Αυτοί πρώτοι εγκατέλειψαν την απάθεια του καναπέ και είπαν όχι στην παραπληροφόρηση και στον αποπροσανατολισμό. Σειρά μας είναι λοιπόν να ακολουθήσουμε το παράδειγμα τους. Η αρχή έγινε. Τώρα μπορούμε όλοι να κατέβουμε. Μαζί με τις οικογένειες και τα παιδιά. Να συμμετάσχουμε στο πραγματικό πανηγύρι της Δημοκρατίας. Εκεί που όλοι μπορούν να εκφράσουν αυτό που αισθάνονται και που μέχρι τώρα το είχαν θαμμένο. Όλοι εκεί πέρα είναι ίσοι. Κανένας δεν είναι πιο “ίσος” από τους άλλους. Και αν δεν είναι δυνατή η φυσική μας παρουσία εκεί, αρκεί η ελπίδα ότι κάτι καινούργιο ξημερώνει και η πεποίθηση ότι αν επιτέλους απεμπλακούμε από τις μισαλλοδοξίες και τις μικροαστικές μας συνήθειες, που αποτελούν τροχοπέδη, θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από τις σύγχρονες αυτές Συμπληγάδες.

 

Ο δρόμος θα είναι δύσκολος και μακρύς. Ακόμη και μετά από μια επιτυχημένη επανεκκίνηση θα χρειαστεί πολύς αγώνας για να βρεθούν οι ισορροπίες του συστήματος, ώστε να μην ξαναοδηγθεί στην κατάρρευση. Ακόμη και αν οι “αγανακτισμένοι” πετύχουν την επιθυμητή αυτή επανεκκίνηση, για την διατήρηση της ομαλής λειτουργίας της Δημοκρατίας θα είμαστε πλέον απαραίτητοι όλοι. Εκεί δεν θα επιτρέπεται για κανέναν λόγο να δηλώσουμε “απόντες”.

 

Έχουμε υποχρέωση στα παιδιά μας να διορθώσουμε τις βλάβες της Δημοκρατίας μας με οποιδήποτε κόστος και να τους την παραδώσουμε με μοναδική παρακαταθήκη να την δώσουν με την σειρά τους στα δικά τους παιδιά αλώβητη. Και ίσως τότε τα παιδιά μας θα είναι περήφανα για τους προγόνους τους και θα αξίζουμε τον σεβασμό τους.