ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΚΑΠΕΛΟ
Γράφει η φιλόλογος Θεοδοσία Καϊδόγλου
«Νομίζω πως χώρισα.».
«Τι εννοείς?»
Η φωνή της, ξαφνικά, έσπασε. Μετά, ξέσπασε σε κλάμα.
Της άνοιξα γύρω στις 11.
Ανάμεσα σε μπερδεμένους ήχους τηλεόρασης, πλυντηρίου, απορροφητήρα.
Σε ανάμεικτες μυρωδιές σαμπουάν, ψητής πιπεριάς, απογοήτευσης.
Κλειστήκαμε στο δωμάτιο μ΄ ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό και δυο βουρκωμένα μάτια.
« Δε δίνει δεκάρα για μένα.» δήλωσε αποφασιστικά και άναψε τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν και συναισθήματα που σπαρταρούσαν.
Τί να της πω?
Άρχισα να της αραδιάζω τετριμμένες αηδίες.
Ένιωσα ξεχωριστή και μόνο που μου ακούμπησε τη συμφορά της.
Φάνταξα ο υπέρτατος παντογνώστης, σωτήρας, που θα βγάλει το σοφό συμπέρασμα και θα απαλύνει τον απέναντι καημό.
Όμως τελικά, αποδείχθηκα απάνθρωπη.
Τι να προτείνω σε μια καρδιά που ενάμιση χρόνο, μέρα και νύχτα, αγαπούσε?
Να ξεχάσει? Η μνήμη της αγάπης ποτέ δε θα γίνει επιλεκτική.
Να διαγράψει? Εν μια νυκτί? Αυτήν την εντολή την εκτελεί δύσκολα ακόμη κι ένα κομπιούτερ.
Να χτυπηθεί? Το κάνει σίγουρα, όταν δεν είμαι εγώ εκεί.
Ας βεβηλώσω το ταίρι της αγάπης της. Απαγορεύεται. Το δικαίωμα θα το ασκήσει μόνον εκείνη, σωρηδόν και μάλιστα, δίχως να το πιστεύει.
Να δεχθώ απλά να μοιραστεί.
Χωρίς να κάνω τίποτα άλλο.
Μεταμορφώνομαι σε ένα τεράστιο αυτί, που πρόθυμα ακούει.
Ένα βαθύ χωνί, που δέχεται τα λόγια και με ένα δυνατό αντίλαλο, πέρα πάλι, τα αντηχεί.
Ένα μεγάλο απορροφητικό, θαλασσινό σφουγγάρι, που ρουφάει τον πόνο ολόκληρο κι έπειτα, τον στραγγίζει μακριά.
Κι ύστερα, το ίδιο πάλι.
Η γνώμη μου, την ώρα αυτή, δεν αφορά κανέναν. Αυτό που ενδιαφέρει τώρα είναι να γίνω πειστήριο πως εγώ δεν πρόδωσα καμιά στενή φιλία, καμιά αγάπη βαθιά.
Να γίνω ο καθρέφτης του δίκαιου και της υπομονής.
Ο καθρέφτης του παράπονου. Όχι της ευφυΐας. Μήτε της, εκ των υστέρων, αυτοδικαίωσης.
Κοντά μου έρχεται να γλυκαθεί ένας πληγωμένος εγωισμός. Πληγωμένος, αλλά εγωισμός. Πάντα.
Χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να γιατρέψεις την πληγή, δίχως να θίξεις αυτοάμυνες.
Αισθάνομαι φοβερή αμηχανία. Δεν ξέρω ποτέ πώς να σταθώ απέναντι σε ένα πρόβλημα που δεν επιδέχεται λύση λογική.
Θα το ζητούσα ειλικρινά σαν άνθρωπος που προσφέρει, μα και που του προσφέρεται φιλία, να τη βιώνει με αλήθεια. Όμως για πόση αλήθεια είμαστε ανθεκτικοί?
Πολλές φορές στη διορατική ματιά του φίλου εικονογραφείται με λεπτομέρεια η εξέλιξη μιας σοβαρής απόφασης, η τραγική συνέπεια μιας ολέθριας επιλογής. Η πρόγνωση όμως, όταν κοινοποιηθεί, μεταφράζεται σε έλλειψη κατανόησης, σε ποταπή, απαίσια ζηλοφθονία. Ποιος είναι έτοιμος να διακινδυνεύσει μια αγνή και καταξιωμένη φήμη, ως φίλου καρδιακού, για λίγη ριψοκίνδυνη ειλικρίνεια? Κανείς νομίζω. Και όποιος το τόλμησε, βρέθηκε στο περιθώριο αργά ή γρήγορα, δίχως αμφιβολία. Κι έτσι όλοι προτιμούν, συνένοχοι στα δάκρυα, να προσφέρουν έπειτα και το μαντήλι. Όμως εγώ απηύδησα. Θα πάρω τώρα ρίσκα. Γυρίζω το χρόνο πίσω, έστω και νοερά και ….
«Κάποια στιγμή, στο μυαλό του κάθε έρωτα καρφώνεται η αιχμηρότατη πρόκα της προοπτικής. Όταν προδιαγράφεται λαμπρή, ευλογεί τα πάντα. Τα συναισθήματα και τις επιλογές. Τα συγχρονίζει. Τα αυγατίζει. Αλλιώς, τα καταριέται. Φίλη μου, στη ληξιαρχική πράξη της γεννήσεως σου, στην ταυτότητα σου, επάνω στις ρυτίδες των ματιών σου, καταγράφεται μόνον η μεγαλύτερη ηλικία σου. Κι αυτή, δυστυχώς, δεν πρόκειται να διαγραφεί. Οπότε, συγχρονισμός ούτε για δείγμα. Και από προοπτική, μηδέν. Και ήξερες και δε ρώτησες. Γι΄ αυτό, σου βγάζω το καπέλο. Μα, μέσα στο καπέλο μου δεν κρύβω κανέναν άσπρο, παχουλό, έκπληξη, λαγό. Έτσι, μαγικά δε γίνονται. Ούτε μέσα στο κλειστό δωμάτιο, αυτήν την περασμένη ώρα, με τις μπαρούφες να πηγαινοέρχονται και τον καπνό να στήνει αυτί. Όσοι φεύγουν από κοντά μας, έτσι το θέλησαν. Υπάρχουν όμως κάποιοι άλλοι που επέλεξαν να μείνουν. Να στέκουν άχαρα δίπλα μας, να μας ακούν. Να λένε λόγια κούφια και να νομίζουν πως έτσι μας παρηγορούν. Ακόμη κι αν δεν κάνουν τίποτα. Κι αν κάθονται αμίλητοι μαζί μας. Κι ας ξέρουν τόσα. Όμοιοι με κακόγουστα, του χώρου διακοσμητικά. Το ίδιο θα κάνω, αλίμονο, κι εγώ? Αμήχανη, δειλή κι ανίκανη για κάτι σημαντικό, θα βρίσκομαι κάπου κοντά. Θα περιφέρομαι εκεί γύρω. Αυτό δεν είναι, ειλικρινά, που θέλεις? Αυτό που όλοι, ίσως κατά βάθος θέλουμε και ελαφρά τη καρδία συντηρούμε? Η περιζήτητη κι ανώδυνη, η αβάσταχτη ελαφρότητα των φίλων?»
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
-
















