ΜΕ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΤΗΣ ΓΝΩΜΗΣ
Η εικόνα κάθε χρόνο, ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, λίγο πολύ συνηθισμένη μα και αναμενόμενη. Δοξολογία, κατάθεση στεφάνων, παρέλαση. Στην εκκλησία λίγα νυσταγμένα βλέμματα μαθητών, κάποιοι επίσημοι να ρίχνουν κλεφτές ματιές στο ρολόι τους και τέλος ο πανηγυρικός της ημέρας. Συνήθως εκλαμβάνεται ως αγγαρεία από τον εκπαιδευτικό που θα τον εκφωνήσει. Ο τόνος και το ύφος συγκεκριμένο. Επαναλήψεις των ίδιων σχημάτων, υπενθυμίσεις των ίδιων γεγονότων και περιστατικών. Ο κόσμος αδημονεί για το τέλος. Ακολουθεί η κατάθεση στεφάνων και μετά η παρέλαση. Παρέλαση; Η λέξη έχει χάσει εδώ και καιρό το νόημα της. Πρόκειται είτε για επίδειξη κοντής φούστας και τακουνιών από πλευράς των κοριτσιών είτε για απλό περπάτημα με λίγο πιο υψηλή ανάταση των χειρών από πλευράς των αγοριών. Και μετά; Όλοι μαζί θα τρέξουμε στην πιο κοντινή ταβέρνα όπου ύστερα από όλα τα προηγηθέντα εθνοσωτήρια, θα δώσουμε τον καλύτερο μας εαυτό στην κατανάλωση κρέατος. Όλοι ήσυχοι μα και ικανοποιημένοι: πράξαμε και φέτος το καθήκον μας. Έτσι άλλη μια αργία θα έχει προστεθεί στο ετήσιο καλεντάρι μας, άλλη μια κενή 28η Οκτωβρίου θα έχει περάσει ανούσια. Τίποτα που να τονίζει το βαθύτερο νόημα της ημέρας, τίποτα που να επιτρέπει μία σύνδεση με το παρόν αλλά και να προσφέρει διδάγματα για το μέλλον... Τα ιστορικά επίκαιρα της εποχής, τα οποία μπορεί κανείς πλέον να παρακολουθεί μόνο σε κάποια περιφερειακά κανάλια, -ούτε λόγος για τα πανελλήνιας εμβέλειας- αποτελούν ένα αδιάψευστο μάρτυρα της ουσιώδους διαφοροποίησης που έχει συντελεστεί στις συνήθειες και στη νοοτροπία του ελληνικού λαού. Οι εικόνες είναι εκπληκτικές αλλά παράλληλα οδηγούν και σε αναπόφευκτες συγκρίσεις με το παρόν. Άνθρωποι που εγκατέλειπαν τις οικογένειές τους υπακούοντας στην προσκλητήριο της επιστράτευσης, χάριζαν πλατύ το χαμόγελό τους δίνοντας τη εντύπωση πως δεν πήγαιναν στον πόλεμο αλλά σε μια γιορτή. Ο τόνος πανηγυρικός. Ο φόβος του θανάτου, η πίκρα της εγκατάλειψης της φιλειρηνικής ζωής, η είσοδος σε μία αβέβαιη πραγματικότητα, δεν αποτελούσαν συνθήκες ικανές να τους κάμψουν το φρόνημα, να τους κάνουν να λυγίσουν. Πουθενά μεμψιμοιρία, πουθενά απογοήτευση, πουθενά εγκατάλειψη της προσπάθειας. Σήμερα, 70 χρόνια μετά, κάθε σύγκριση είναι καταθλιπτική. Ο σύγχρονος Έλληνας, λες και έχει υποστεί μία απίστευτη μετάλλαξη, δείχνει να είναι φοβισμένος, σχεδόν αποκαρδιωμένος. Σήμερα δεν φοβάται, όμως, για το αν θα χάσει τη ζωή του. Σημαντικότερες έγνοιες τον κατακλύζουν. Σήμερα προβληματίζεται και χάνει τον ύπνο του για το αν θα μπορεί να συντηρήσει το δεύτερο ή το τρίτο αυτοκίνητό του, μήπως δεν καταφέρει να αγοράσει το τελευταίο μοντέλο κινητού που πριν από λίγες μόλις ημέρες έχει κυκλοφορήσει, για το αν οι διακοπές που θα πάει θα του εξασφαλίσουν ένα λόγο ικανό να υπερηφανεύεται και να καυχιέται στον γείτονα ή στη φιλική ομήγυρη. Ουσιαστικά ένας απίστευτος καταναλωτισμός -ή καλύτερα η πιθανότητα στέρησής του- μας έχει κάνει δέσμιους των πιο ταπεινών συμπεριφορών που δεν συνάδουν με το ιστορικό παρελθόν μας. Πώς φτάσαμε στο σημείο αυτό; Το σχέδιο έχει εξυφανθεί και ξεκινήσει να υλοποιείται με επιτυχία εδώ και δεκαετίες. Μπορεί ως λαός να μην χαρακτηριζόμασταν από επάρκεια όσον αφορά στα υλικά αγαθά, ωστόσο πάντοτε τη ζωή μας συνείχαν αξίες και ιδανικά τα οποία μάς συνήγειραν σε κάθε κρίσιμη περίσταση. Διαθέταμε ηγέτες που γνώριζαν να λένε «ΟΧΙ», όχι επειδή ήταν δικτάτορες –τι ανόητη άποψη για κάποιον γνώστη της ιστορίας η άποψη που κατά κόρον ακούγεται, πως δηλαδή το «ΟΧΙ» το είπε ο λαός και όχι ο Μεταξάς. Γιατί τότε κάτι αντίστοιχο δεν συνέβη και στην περίπτωση του Μνημονίου, αφού ήταν σίγουρο πως στο «ΝΑΙ» των Ελλήνων πολιτικών ο ελληνικός λαός θα αντέτασσε σίγουρα ένα «ΟΧΙ»-, αλλά γιατί ένιωθαν Έλληνες, συναισθανόμενοι το μεγαλείο αυτής της λέξης. Σταδιακά, όμως, μέσω της εκπαίδευσης, μέσω θολών ψευτοκουλτουριάρικων αντιλήψεων, αλλά και των ΜΜΕ, ο λαός αποκόπηκε από τα ιδανικά του αυτά. Έννοιες όπως πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, εθνική υπερηφάνεια, επειδή καλώς ή κακώς χρησιμοποιήθηκαν από κάποια αυταρχικά καθεστώτα εξοβελίστηκαν «στο πυρ το εξώτερον», λες και το νυστέρι ευθύνεται για την κακή του χρήση και όχι ο χειρουργός που το χρησιμοποιεί. Κι έτσι... έτσι οδηγηθήκαμε στο σήμερα. Ένας λαός στερημένος από πνευματικούς ηγέτες, από εκπαιδευτικούς που θα του μεταλαμπαδεύσουν αξίες και ιδανικά, από πολιτικούς που θα παλέψουν για να τον κάνουν υπερήφανο, άγεται και φέρεται από Μέσα που φέρουν τον ψευδεπίγραφο τίτλο «Ενημέρωσης». Σήμερα, 70 χρόνια μετά, αξίζει πράγματι να θλίβεται κάποιος και να λυπάται γι’ αυτόν τον κάποτε υπερήφανο λαό, αυτόν που δεν φοβήθηκε στο διάβα της πολύχρονης ιστορίας του κανένα και τίποτα, που όμως σήμερα τρέμει για την απώλεια της ευζωίας του. Αντί να φανούμε όλοι αντάξιοι της ιστορίας μας και, δίνοντας νοερά τα χέρια μέσα σε μία πανεθνική συνεννόηση, να οδηγηθούμε σε ένα άλλο «ΟΧΙ», αυτήν τη φορά ενάντια στην προσπάθεια της οικονομικής υποδούλωσής μας, αναγνωρίζοντας πρώτα από όλα και το μερίδιο της προσωπικής μας ευθύνης, απ’ τη μια οι πολιτικοί μας ηγέτες ερίζουν μεταξύ τους, αποδεικνυόμενοι κατώτεροι των περιστάσεων, ενώ ο λαός θρηνολογεί για τη χαμένη του καλοπέραση, λησμονώντας το ανώτερο υλικό από το οποίο είναι πλασμένος. Κι ένα είναι αναπόφευκτα το ερώτημα που προκύπτει επιχειρώντας τη σύγκριση με το παρελθόν: ΕΛΛΗΝΕΣ, ΠΩΣ ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΜΕ ΕΤΣΙ; του Χρήστου Ζηκούλη
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
-
















