Αύριο η επέτειος της απελευθέρωση της Σκύδρας (17 Οκτωβρίου 1912)-ας θυμηθούμε το ιστορικό | PellaNews

Αύριο η επέτειος της απελευθέρωση της Σκύδρας (17 Οκτωβρίου 1912)-ας θυμηθούμε το ιστορικό

Αύριο, 17 Οκτωβρίου 2020 εορτάζεται η επέτειος απελευθέρωσης της Σκύδρας με τον Δήμο Σκύδρας εδώ και λίγα χρόνια να έχει καθιερώσει πρόγραμμα εκδηλώσεων με δοξολογία, επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων. Συνάμα έχει καθιερωθεί και η εκφώνηση ομιλίας για το ιστορικό της ημέρας. Ανασύρουμε, λοιπόν απο το αρχείο μας τα όσα είχε αναγνώσει στον Ιερό Ναό Αγίου Στεφάνου ο εκπαιδευτικός του Γυμνασίου Σκύδρας, κ. Σταύρος Καραβίτης το 2018. 

Καραβίτης Σταύρος

Ομιλία για την επέτειο της απελευθέρωση της Σκύδρας 17 Οκτωβρίου 1912
του Εκπαιδευτικού του Γυμνασίου Σκύδρας κ. Καραβίτη Σταύρου

Εστί μέν ούν Ελλάς και η Μακεδονία.

Μακεδονία. Γη Ελληνική Γη Ελλήνων. Δοξάστηκε και έγινε γνωστή στα πέρατα του κόσμου στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Στους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η Μακεδονία αποτελούσε την σπουδαιότερη περιοχή στα Βαλκάνια, από κάθε άποψη, εμπορική οικονομική, πολιτιστική. Κέντρο του ελληνικού πολιτισμού, της ελληνικής γλώσσας και του Χριστιανισμού. Λόγω της θέσης, ήδη από την αρχή της ζωής του βυζαντινού κράτους, η Μακεδονία υφίστατο επιθέσεις εχθρών από τον Βορρά. Στην συνέχεια άρχισαν οι επιθέσεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο αιματηρός κύκλος των τουρκικών επιδρομών στην Μακεδονία που είχε ανοίξει κατά το τελευταίο τέταρτο του 14ου αιώνα, έκλεισε με την άλωση της Θεσσαλονίκης στα 1430.

Ο Ελληνισμός της Μακεδονίας πρόσφερε πολύ αίμα για την απόταξη του τουρκικού ζυγού, πολλές δε εστίες εξέγερσης δημιουργήθηκαν πριν και μετά το 1821, με αποκορύφωμα την επανάσταση της Χαλκιδικής, υπό την αρχηγία του Σερραίου Εμμανουήλ Παππά και την εξέγερση της Νάουσας, υπό τηγν αρχηγία του Καρατάσου και του Γάτσου.
Οι εξεγέρσεις αυτές των Μακεδόνων, και ιδιαίτερα οι δύο τελευταίες, πνίγηκαν στο αίμα, όμως απασχόλησαν σημαντικές τουρκικές δυνάμεις βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα στις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας.

Οι Βούλγαροι, όταν άρχισε να κλονίζεται η Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδίωξαν να καταλάβουν εδάφη της Μακεδονίας, χωρίς όμως να ισχυρίζονται ότι είναι Μακεδόνες. Συμπαραστάτη στα σχέδια αυτά, ίσως και υποκινητή τους, είχαν την Ρωσία, η οποία επιδίωκε μέσω της Βουλγαρίας να αποκτήσει διέξοδο στο Αιγαίο

Με τη βοήθεια της Ρωσίας λοιπόν, οι Βούλγαροι κατάφεραν να αναγνωριστούν σαν εθνότητα το 1870. Μετά την ανακήρυξη αυτόνομης βουλγαρικής Εξαρχίας και την απόσχισή τους από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, εξαπέλυσαν έντονη προπαγάνδα και χρησιμοποίησαν κάθε μέσο για τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας. Με κηρύγματα και προσηλυτισμό αρχικά και με τη βία αργότερα προσπαθούν να επιτύχουν το σκοπό τους. Εκκλησίες αρπάζονται, Έλληνες Ιερείς, δάσκαλοι και πρόκριτοι δολοφονούνται και τα σπίτια τους καίγονται. 

Όμως το μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Μακεδονίας παρέμεινε πιστό στο Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό, ανεξάρτητα από τη γλώσσα που μιλούσε και τις αγριότητες των κομιτατζήδων. 

Ένα από τα εγκληματικά σχέδια των Βουλγάρων ήταν και η ψευτοεπανάσταση του Ιουλίου του 1903 (γνωστή ως Ίλιντεν), την οποία εξύμνησαν και εξυμνούν και σήμερα τα Σκόπια και η Σόφια. Στην πραγματικότητα ήταν ένα αναρχικό κίνημα, το οποίο έγινε πρόσχημα για την εξόντωση του ελληνισμού της Μακεδονίας. 

Η πιο σοβαρή αντίδραση των Μακεδόνων σ΄ αυτή τη φάση, ήταν η επανάσταση του Λιτόχωρου (1878) και η ακύρωση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, με την οποία δημιουργούνταν η μεγάλη Βουλγαρία. Από το 1885 συγκροτήθηκαν ένοπλα σώματα, όπως του Καπετάν Μπρούκη στη Φλώρινα και του Καπετάν Κώττα στην Καστοριά . 

Από τις αρχές του 1900 με τη φωτισμένη παρουσία του Ιωακείμ Γ' στο πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, τοποθετούνται στη Μακεδονία νέοι, μορφωμένοι, δραστήριοι και ικανοί ιεράρχες: Ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, ο Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι, ο Χρυσόστομος Καλαφάτης στη Δράμα και άλλοι. 

Τα Ελληνικά σχολεία της Μακεδονίας στάθηκαν η καλύτερη απόδειξη της εθνογραφικής σύστασης του πληθυσμού και δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ. Τόσο στις πόλεις όσο και στα χωριά, οι Έλληνες κάτοικοι με περηφάνια, συντηρούσαν τα δικά τους σχολεία, με τα οποία διατηρήθηκε η Εθνική συνείδηση των Μακεδόνων. «Είμαστε Έλληνες και πεθαίνουμε σαν Έλληνες» ήταν τα τελευταία λόγια που άκουγαν οι Βούλγαροι από τα αθώα θύματά τους. 

Για την άμυνα του Ελληνισμού ιδρύθηκαν και πολλές εθνικές οργανώσεις (Πανελλήνιες και τοπικές), που συνεργάζονταν με το προξενείο της Θεσσαλονίκης και τ' άλλα προξενεία. 

Από το 1902 άρχισαν επίσημα διαβήματα στην κυβέρνηση του ελεύθερου Ελληνικού κράτους και τοποθετούνται στη Μακεδονία ικανοί και δραστήριοι πρόξενοι, όπως ο Δραγούμης στο Μοναστήρι, ο Λάμπρος Κορομηλάς στη Θεσσαλονίκη, ο Σαχτούρης στις Σέρρες και ο Μαυρουδής στην Καβάλα. 

Το 1903 συγκροτήθηκε η Μακεδονική Φιλική Εταιρεία και το 1904 ιδρύεται στην Αθήνα το «Μυστικό Ελληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο», που στρατολογούσε εθελοντές και τους έστελνε στη Μακεδονία για να ενισχύσει τον Αγώνα. 

Τον ίδιο χρόνο ο Παύλος Μελάς, αξιωματικός του Ελληνικού στρατού, κατάρτισε αντάρτικο σώμα από Έλληνες αξιωματικούς και μπήκε στη Μακεδονία με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας. Αρχίζει αμέσως τον αγώνα εναντίον των Βουλγάρων. Παντού γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό. 

Οι Έλληνες εγκαρδιώνονται και το ηθικό τους, ύστερα από την πολύχρονη τρομοκρατία των Βουλγάρων, αναπτερώνεται. Ακολουθούμενος από την πλειοψηφία των αντάρτικων σωμάτων της Μακεδονίας, πολεμά ασταμάτητα και πέφτει προδομένος σε συμπλοκή με τούρκικο απόσπασμα στη Στάτιστα, στις 13 Οκτωβρίου 1904. Ο θάνατός του συγκίνησε ολόκληρο τον ελληνικό λαό, έγινε τραγούδι και σύνθημα ξεσηκωμού. 

Την ίδια εποχή, η Λίμνη των Γιαννιτσών, Ο Βάλτος όπως ονομάζονταν, έγινε το επίκεντρο του Μακεδονικού Αγώνα, με «κεντρικό ήρωα» τον Καπετάν Άγρα, μορφή ευγενική, που με προδοσία πιάστηκε από τους Βουλγάρους και κρεμάστηκε. 
Όταν οι Βούλγαροι διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να αλλάξουν το φρόνημα των Ελλήνων κατοίκων της Μακεδονίας με αναίμακτα προπαγανδιστικά μέσα, εξαπέλυσαν ένα κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων επιδιώκοντας το βίαιο προσηλυτισμό τους. Απώτερος σκοπός ήταν η εθνολογική αλλοίωση της ελληνικότητας της Μακεδονίας και ο αφανισμός του ελληνικού στοιχείου με τους διωγμούς, τις δολοφονίες, τις σφαγές. 

Ενδεικτική της κατάστασης στην περιοχή μας ήταν μια επιστολή του μητροπολίτη Έδεσσας Στέφανου Δανιηλίδη προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη στις 15-9-1904, όπου γράφει μεταξύ άλλων: «οι λησταντάρται (εννοώντας τους κομιτατζήδες) αμείλικτον διωγμόν εκίνησαν εναντίον των χριστιανών της επαρχίας μου και των τριών τμημάτων αυτής, ελευθέρως και ανενοχλήτως πλέον … περιέρχονται εις τα χωρία και εξαναγκάζουσι τους χωρικούς δι' απειλών, αικισμών, δολοφονιών και λοιπών φρικαλεοτήτων να εκδιώξουσι τους διδασκάλους και τους ιερείς των και να ασπασθώσι το σχίσμα…».

Με τον Μακεδονικό αγώνα οι ελληνόφωνοι και σλαβόφωνοι ελληνικοί πληθυσμοί της Πέλλας και ολόκληρης της Μακεδονίας, κληρικοί και λαϊκοί, ανακτούν το θάρρος τους και την αυτοπεποίθησή τους που τα είχαν απωλέσει τα δύσκολα χρόνια της βουλγαρικής τρομοκρατίας και προσφέρουν τα μέγιστα. 

Κατά το διάστημα αυτό τα στελέχη του ελληνικού στρατού, τα οποία υπηρετούν ως αρχηγοί ανταρτικών σωμάτων, ως εκπαιδευτές, πράκτορες και διαφωτιστές του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας αποκτούν εμπειρίες και γνώσεις για την περιοχή, οι οποίες θα εξαργυρωθούν στους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους. Η Ελλάδα μέσα από το Μακεδονικό αγώνα βγαίνει ανανεωμένη και γεμάτη αυτοπεποίθηση έτοιμη να καθορίσει στα πεδία των μαχών το μελλοντικό καθεστώς της Μακεδονίας. Ο αγώνας αυτός είχε δώσει τότε στην πατρίδα μας το δικαίωμα όχι μονάχα να επικαλείται την ελληνικότητα της Μακεδονίας στα διάφορα συνέδρια, αλλά και να πραγματοποιήσει το μεγάλο όνειρο της φυλής με τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13. 

Πιο συγκεκριμένα στις 5 Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα κηρύττει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Ο Ελληνικός στρατός μετά τη νίκη του στη μάχη του Σαρανταπόρου στις 9 και 10 Οκτωβρίου, προελαύνει ορμητικά στην πεδιάδα της κεντρικής Μακεδονίας και απελευθερώνει διαδοχικά τη Βέροια στις 16 Οκτωβρίου  και τη Νάουσα το πρωί της 17ης Οκτωβρίου Ο Τουρκικός Στρατός υποχωρεί  προς την πεδιάδα των Γιαννιτσών για να δώσει την αποφασιστική μάχη του πολέμου στις 19-20 Οκτωβρίου 1912, εγκαταλείποντας την πόλη της Έδεσσας και αφήνοντας σημαντικό τροχαίο υλικό και πολεμοφόδια στην περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού της Σκύδρας. Ο Ελληνικός στρατός πληροφορούμενος την ύπαρξη αυτού του υλικού εξορμά από τη Βέροια το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου με την έκτη ημιλαρχία υπό τον ανθυπίλαρχο Αργύριο Σταυρόπουλο και καταλαμβάνει το σιδηροδρομικό σταθμό Σκύδρας υψώνοντας την Ελληνική σημεία στην πλατεία του σταθμού. Η Σκύδρα είναι Ελεύθερη!. Την επόμενη μέρα, Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 1912, τρεις στρατιώτες ως προπομποί του προελαύνοντος ελληνικού στρατού, καταλαμβάνουν το σιδηροδρομικό σταθμό της Έδεσσας αφού συνεπλάκησαν με την εκεί ευρισκόμενη τουρκική φρουρά. 
Λίγο αργότερα φτάνει στο σταθμό αμαξοστοιχία με ένα λόχο πεζικού του ελληνικού στρατού με επικεφαλής τον αξιωματικό Βασίλειο Γεννηματά, ο οποίος μπαίνει θριαμβευτικά στην Έδεσσα.

Πλέον οι Ελληνικές δυνάμεις στέφουν την πορεία τους προς το Γιαννιτσά τα όποια ελευθερώνουν στις 20 Οκτωβρίου και στην συνέχεια αρχίζουν την θριαμβευτική τους πορεία για την απελευθέρωση και της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912. Σε όλες αυτές τις μάχες ο σιδηροδρομικός σταθμός της Σκύδρας αποτελεί σημαντικό μεταγωγικό κέντρο τόσο των στρατευμάτων όσο και του πολεμικού υλικού. 

Η περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Σκύδρας και στον Α παγκόσμιο πόλεμο. Στα τέλη Μαΐου του 1918 η Σκύδρα θα δεχθεί δύο βομβαρδισμούς από τη γερμανική αεροπορία αφού οι Γερμανοί γνώριζαν ότι ο σταθμός ήταν ο μεγαλύτερος σταθμός ανεφοδιασμού και ενισχύσεων του μετώπου. Οι ζημιές που προκλήθηκαν ήταν τεράστιες, τα γερμανικά αεροπλάνα έπληξαν κυρίως τον σιδηροδρομικό σταθμό, τις αποθήκες πυρομαχικών και τροφίμων που ήταν εκεί και τους φούρνους και τα μαγειρεία που ήταν στην περιοχή του σταθμού.

Σήμερα όσο ποτέ άλλοτε οι αγώνες των προγόνων μας για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από το τουρκικό και βουλγαρικό ζυγό πρέπει να μας εμπνέει και μας οδηγεί σε νέους αγώνες. Πάντα είχα την απορία τη οδήγησε τον αδελφό της προγιαγιά μου μακεδονομάχο Χρήστο Στουγιαννίδη-Λίλλη μαζί με τον συντοπίτη  του Σταύρο Χατζηχαρίση να αφήσουν τις σπουδές στην Θεσσαλονίκη και να βγούνε στα βουνά 18 χρονών παλικαράκια για να πολεμήσουν για την Ελληνικότητα της Μακεδονίας. Γιατί ο μακεδονομάχος Αντώνης Μίγγας αν και μπορούσε να γλιτώσει τη ζωή του, προτίμησε να θυσιαστεί δίπλα στον αρχηγό Καπετάν Άγρα: Ποια Ελλάδα γνώρισαν και ποια Ελλάδα αγάπησαν όλοι αυτοί οι μακεδονομάχοι; Και πως ανταποδίδει σήμερα το ελληνικό κράτος την θυσιά αίματος όλων αυτών; Με μία συμφωνία με το κράτος των Σκοπίων παραχωρώντας του το όνομα «Βόρεια Μακεδονία». Στην πράξη αυτή αντιτίθεται σύσσωμος ο ελληνικός λαός και μάλιστα οι κάτοικοι της Μακεδονίας εκδήλωσαν της αντίθεση τους με ποικίλους τρόπους όπως συλλαλητήρια, πορείες διαμαρτυρίας και ψηφίσματα, αλλά δυστυχώς αγνοήθηκαν από την κυβερνητική πλειοψηφία. 

Θα κλείσω την ομιλία μου με τα λόγια του Αγίου Παΐσιου του αγιορείτη για τις θυσίες των προγονών μας: «Αν σήμερα έχουμε λιγάκι ειρήνη ξέρεις τι έχουν τραβήξει οι παλιοί; Ξέρεις πόσοι θυσιάστηκαν; Τώρα τίποτα δεν θα είχαμε, αν δεν θυσιάζονταν εκείνοι. Και να κάνω μία σύγκριση πως τότε, ενώ κινδύνευε η ζωή τους, κρατούσαν την πίστη τους, και πως τώρα, χωρίς καμμία πίεση όλα τα ισοπέδωσαν!»   

Σας ευχαριστώ πολύ.