Αιγαίο στα 12 ν.μ.: Τι αλλάζει για την Ελλάδα και γιατί ανησυχεί η Τουρκία
Υπάρχουν περιοχές όπου η διεθνής ναυσιπλοΐα περνά μέσα από χωρικά ύδατα άλλων κρατών.
Η τουρκική ρητορική για το Αιγαίο παραμένει ενεργή, ενώ οι πτήσεις τουρκικών μαχητικών πάνω από τη Λευκωσία επαναφέρουν το ερώτημα αν η περίοδος σχετικής ηρεμίας μπορεί να συνεχιστεί
Ένας μήνας συμπληρώνεται από τη δήλωση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, όταν ο Τούρκος πρόεδρος υποστήριξε ότι η συντριπτική πλειονότητα του τουρκικού λαού δεν γνωρίζει καν τι είναι το casus belli και πως δεν υπάρχει λόγος να επιβαρύνονται οι δύο λαοί με το συγκεκριμένο ζήτημα.
Η δήλωση εκείνη δημιούργησε την εντύπωση ότι η Άγκυρα επιχειρεί να χαμηλώσει τους τόνους στο ζήτημα της απειλής πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων. Ωστόσο, η εικόνα που διαμορφώνεται έναν μήνα αργότερα είναι περισσότερο σύνθετη.
Η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει τις πάγιες θέσεις της για το Αιγαίο, ενώ τα περιστατικά με τουρκικά μαχητικά και οι νέες κινήσεις στην Κύπρο υπενθυμίζουν ότι η ένταση μπορεί να υποχωρεί σε επίπεδο ρητορικής χωρίς να εξαφανίζονται οι βασικές διαφορές.
Η αντίφαση αυτή είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της σημερινής εικόνας. Από τη μία πλευρά διατυπώνεται πρόσκληση για διάλογο και αποφυγή επιβάρυνσης των κοινωνιών με το casus belli. Από την άλλη, παραμένουν στο τραπέζι οι τουρκικές διεκδικήσεις και οι στρατιωτικές κινήσεις που προκαλούν ανησυχία στην Αθήνα και τη Λευκωσία.
Γιατί η Τουρκία θεωρεί ότι τα 12 ναυτικά μίλια αλλάζουν το Αιγαίο
Στο επίκεντρο της τουρκικής επιχειρηματολογίας βρίσκεται η πιθανότητα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.
Σύμφωνα με την τουρκική προσέγγιση που έχει καταγραφεί και αναλυθεί, μία τέτοια εξέλιξη θα αύξανε σημαντικά τη θαλάσσια περιοχή υπό ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο. Οι εκτιμήσεις που παρατίθενται ανεβάζουν το ποσοστό από περίπου 43% σήμερα σε περίπου 72%, ενώ η τουρκική περιοχή θα έφθανε περίπου στο 8,7%, με αύξηση μόλις 1,2%.
Παράλληλα, η περιοχή της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου που θα παρέμενε προς οριοθέτηση, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, θα περιοριζόταν από περίπου 21.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα που διεκδικεί σήμερα η Τουρκία σε περίπου 9.700 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Η σημασία των αριθμών είναι μεγαλύτερη από μια απλή μεταβολή ποσοστών.
Με επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια θα περιοριζόταν δραστικά η έκταση των διεθνών υδάτων ανάμεσα στις ελληνικές ακτές και τα νησιά, ενώ θα άλλαζε και η γεωγραφική βάση πάνω στην οποία προβάλλονται ορισμένες από τις τουρκικές θέσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο βρίσκεται και το γνωστό ζήτημα της διαφοράς ανάμεσα στα ελληνικά χωρικά ύδατα, τα οποία σήμερα εκτείνονται γενικά στα 6 ναυτικά μίλια, και τον ελληνικό εναέριο χώρο των 10 ναυτικών μιλίων.
Μια επέκταση των χωρικών υδάτων θα μπορούσε να μεταβάλει ουσιαστικά αυτή την ιδιόμορφη κατάσταση, η οποία επί δεκαετίες αποτελεί μία από τις πλέον ευαίσθητες πτυχές των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η τουρκική επιχειρηματολογία φθάνει έτσι στο γνωστό συμπέρασμα περί μετατροπής του Αιγαίου σε «ελληνική λίμνη».
Όμως εδώ χρειάζεται μία κρίσιμη διευκρίνιση.
Το δικαίωμα ενός παράκτιου κράτους να καθορίζει το εύρος των χωρικών του υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια προβλέπεται από το Δίκαιο της Θάλασσας. Το άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ρητά ότι κάθε κράτος έχει δικαίωμα να καθορίζει το εύρος της χωρικής του θάλασσας έως όριο που δεν υπερβαίνει τα 12 ναυτικά μίλια. Παράλληλα, η ίδια Σύμβαση προβλέπει το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης των πλοίων από τα χωρικά ύδατα.
Επομένως, η επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια δεν αποτελεί από μόνη της νέα διεθνή αξίωση. Πρόκειται για δικαίωμα που αναγνωρίζεται στο διεθνές δίκαιο.
Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας βρίσκεται στο γεγονός ότι, παρά την ευρύτατη διεθνή εφαρμογή του ορίου των 12 ναυτικών μιλίων, δεν έχει ασκήσει μέχρι σήμερα το δικαίωμα αυτό σε ολόκληρη την επικράτειά της.
Το ελληνικό δικαίωμα και η ιστορία των διερευνητικών συνομιλιών
Η Ελλάδα έκανε το πρώτο σημαντικό βήμα το 2021, όταν επέκτεινε τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο.
Η κίνηση αυτή απέδειξε στην πράξη ότι η Ελλάδα μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά της τμηματικά και ανάλογα με τις γεωγραφικές και πολιτικές συνθήκες.
Στο Αιγαίο, ωστόσο, η κατάσταση είναι πολύ πιο σύνθετη.
Το τουρκικό casus belli του 1995 έχει λειτουργήσει επί δεκαετίες ως ο βασικός πολιτικός παράγοντας που έχει συνδεθεί με την ελληνική απόφαση να μην προχωρήσει σε αντίστοιχη επέκταση στο Αιγαίο.
Η σημερινή συζήτηση, επομένως, δεν αφορά απλώς μια αλλαγή από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια. Αφορά μια αλλαγή της γεωγραφικής και στρατηγικής πραγματικότητας στο Αιγαίο, η οποία θα επηρέαζε τις θαλάσσιες ζώνες, την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι δύο χώρες το καθεστώς της περιοχής.
Ο καθηγητής Άγγελος Συρίγος έχει επισημάνει ότι το Αιγαίο δεν αποτελεί μοναδική περίπτωση στον κόσμο.
Υπάρχουν περιοχές όπου η διεθνής ναυσιπλοΐα περνά μέσα από χωρικά ύδατα άλλων κρατών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσβαση από τη Βαλτική προς τη Βόρεια Θάλασσα, όπου πλοία διασχίζουν χωρικά ύδατα της Δανίας, της Σουηδίας ή της Γερμανίας. Αντίστοιχα, τα Στενά του Ορμούζ βρίσκονται σε περιοχή που σχετίζεται με τα χωρικά ύδατα του Ιράν και του Ομάν.
Το διεθνές δίκαιο δεν θεωρεί ότι η ύπαρξη χωρικών υδάτων ενός κράτους σε μια θαλάσσια περιοχή σημαίνει αυτομάτως αποκλεισμό της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ειδικά καθεστώτα διέλευσης και προστατεύει, υπό προϋποθέσεις, τα δικαιώματα ναυσιπλοΐας.
Η ιστορία των ελληνοτουρκικών διερευνητικών συνομιλιών έχει επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Τον Νοέμβριο του 2003 είχε διαμορφωθεί ένα πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε να προχωρήσει σε επέκταση των χωρικών υδάτων της στα 12 ναυτικά μίλια στις ηπειρωτικές ακτές και στο δυτικό Αιγαίο. Στη συνέχεια οι δύο πλευρές θα επιχειρούσαν να καταλήξουν σε συμφωνία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και, εφόσον δεν υπήρχε συμφωνία, να προσφύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο.
Η διαδικασία όμως δεν ολοκληρώθηκε.
Ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης φέρεται να εκτίμησε ότι ο σχετικός νόμος δεν θα συγκέντρωνε την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και έτσι η συμφωνία δεν προχώρησε.
Μία δεκαετία αργότερα, το 2013, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος έδωσε κατεύθυνση να σταματήσει η συζήτηση στις διερευνητικές συνομιλίες για το εύρος των χωρικών υδάτων, ακριβώς επειδή πρόκειται για μονομερές δικαίωμα της Ελλάδας.
Το βάρος των συνομιλιών μετατοπίστηκε έτσι στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτή η ιστορική εξέλιξη εξηγεί γιατί το ζήτημα των 12 ναυτικών μιλίων παραμένει ταυτόχρονα νομικό, διπλωματικό και βαθιά στρατηγικό θέμα.
Από το Αιγαίο στη Λευκωσία και τα τουρκικά F 16
Την ίδια ώρα, οι εξελίξεις στην Κύπρο προσθέτουν ένα ακόμη στοιχείο στην εικόνα.
Πρόσφατα προκλήθηκε αναστάτωση σε περιοχές της Λευκωσίας, καθώς κάτοικοι της Αγλαντζιάς, της Παλλουριώτισσας, του Καϊμακλίου και άλλων περιοχών ανέφεραν ότι είδαν και άκουσαν τουρκικά μαχητικά να πραγματοποιούν πτήσεις πάνω από την πρωτεύουσα.
Τα τουρκικά F 16 απογειώθηκαν από το αεροδρόμιο της Τύμπου και κινήθηκαν προς την περιοχή του Πενταδακτύλου, πριν επιστρέψουν στη βάση τους.
Οι πτήσεις αυτές δεν μπορούν να απομονωθούν από το γενικότερο πολιτικό κλίμα στην Κύπρο. Κατά την επέτειο των 52 χρόνων από την τουρκική εισβολή, η τουρκική πλευρά επανέφερε με ιδιαίτερα έντονο τρόπο τη θέση της για τη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στο νησί.
Ο αντιπρόεδρος της Τουρκίας Τζεβντέτ Γιλμάζ υποστήριξε ότι η παρουσία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων δημιούργησε ειρήνη και σταθερότητα στην Κύπρο για περισσότερο από μισό αιώνα. Η θέση αυτή κινείται στον ίδιο πολιτικό άξονα με τις πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, ο οποίος συνέδεσε την παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων με τη σταθερότητα στο νησί.
Το γεγονός ότι τουρκικά μαχητικά έγιναν αντιληπτά πάνω από τη Λευκωσία προσδίδει στις δηλώσεις αυτές ένα ιδιαίτερο συμβολικό βάρος.
Δεν πρόκειται μόνο για μία στρατιωτική πτήση. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την Τουρκία ως παράγοντα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, τέτοιες κινήσεις υπενθυμίζουν ότι η τουρκική στρατιωτική παρουσία παραμένει βασικό εργαλείο της περιφερειακής πολιτικής της.
Η δήλωση Ερντογάν και το πραγματικό μήνυμα προς την Αθήνα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η δήλωση του Ερντογάν για το casus belli.
Ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε στις 8 Ιουλίου ότι η συντριπτική πλειονότητα του τουρκικού λαού δεν γνωρίζει τι είναι το casus belli και υποστήριξε ότι δεν χρειάζεται να επιβαρύνονται ούτε οι Έλληνες ούτε οι Τούρκοι πολίτες με αυτό το ζήτημα.
Παράλληλα, κάλεσε τις δύο πλευρές να καθίσουν στο τραπέζι και να συζητήσουν.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση είχε αναμφίβολα διαφορετικό τόνο από την παραδοσιακή τουρκική ρητορική. Δεν συνοδεύτηκε όμως από εγκατάλειψη των τουρκικών θέσεων για το Αιγαίο ή από κάποια επίσημη ανακοίνωση κατάργησης της τουρκικής απειλής που συνδέεται με την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο για την ελληνική πλευρά.
Η Αθήνα δεν μπορεί να αξιολογεί την κατάσταση αποκλειστικά από τον τόνο μιας πολιτικής δήλωσης. Χρειάζεται να παρακολουθεί ταυτόχρονα τις στρατιωτικές κινήσεις, τις διπλωματικές τοποθετήσεις και τις πραγματικές θέσεις της Άγκυρας.
Η απόσταση ανάμεσα στη ρητορική αποκλιμάκωση και στην πρακτική πολιτική μπορεί να είναι σημαντική.
Η Τουρκία μπορεί να επιδιώκει διάλογο και ταυτόχρονα να διατηρεί στο ακέραιο τις διεκδικήσεις της. Μπορεί επίσης να επιλέγει διαφορετική ένταση στη ρητορική της ανάλογα με τις διεθνείς συγκυρίες, χωρίς να εγκαταλείπει τους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς της στόχους.
Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την τρέχουσα περίοδο κρίσιμη.
Το καλοκαίρι χωρίς θερμό επεισόδιο δεν σημαίνει τέλος της έντασης
Το γεγονός ότι το καλοκαίρι φαίνεται να ολοκληρώνεται χωρίς θερμό επεισόδιο αποτελεί αναμφίβολα θετική εξέλιξη.
Δεν σημαίνει όμως ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές έχουν λυθεί.
Το Αιγαίο εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο διαφορετικών αντιλήψεων για τις θαλάσσιες ζώνες, η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια παραμένει ελληνικό κυριαρχικό δικαίωμα που δεν έχει ασκηθεί πλήρως, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια τέτοια εξέλιξη ως στρατηγική ανατροπή στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, η Κύπρος εξακολουθεί να αποτελεί ξεχωριστό μέτωπο, με την τουρκική στρατιωτική παρουσία και τις θέσεις της Άγκυρας για το πολιτικό μέλλον του νησιού να παραμένουν ενεργές.
Το μήνυμα των τελευταίων εβδομάδων είναι επομένως διπλό.
Η απουσία θερμού επεισοδίου δείχνει ότι η αποκλιμάκωση είναι εφικτή.
Οι συνεχείς όμως στρατιωτικές και πολιτικές κινήσεις δείχνουν ότι η αποκλιμάκωση δεν πρέπει να συγχέεται με επίλυση των διαφορών.
Για την Ελλάδα, η ουσία είναι να διατηρείται η ψυχραιμία χωρίς να δημιουργείται εφησυχασμός. Το δικαίωμα που προβλέπει το διεθνές δίκαιο παραμένει δεδομένο, αλλά η άσκησή του σε μια τόσο σύνθετη γεωγραφική περιοχή απαιτεί συνολικό σχεδιασμό, διπλωματική προετοιμασία και σαφή εκτίμηση των συνεπειών.
Το Αιγαίο δεν βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια αναπόφευκτη κρίση.
Βρίσκεται όμως σε μια περίοδο κατά την οποία ακόμη και μια φαινομενικά μικρή μεταβολή στη ρητορική ή μια στρατιωτική κίνηση μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Αθήνα έχει κάθε λόγο να παραμένει σε επιφυλακή, ακόμη και όταν το θερμό επεισόδιο δεν έχει συμβεί.
πηγή: Indicator.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
Γιαννιτσά/Γαλήνη Κοεμτζή: Ο Σεπτέμβριος θα είναι ο μήνας της...
12 Αυγούστου 2026
ΣΧΟΛΙΑ