close search results icon

"Αναταραχές" στις τιμές γαλακτοκομικών το 2024

Ο ρόλος της Θεσσαλίας και το δυνατό «χαρτί» των βιομηχανιών

"Αναταραχές" στις τιμές γαλακτοκομικών το 2024

Με «αναταραχές» στις τιμές των γαλακτοκομικών προϊόντων αναμένεται να εξελιχθεί το 2024, έτος κατά το οποίο θα φανούν στην αγορά οι συνέπειες των καταστροφών που υπέστη το ζωικό κεφάλαιο της Θεσσαλίας, τη στιγμή που οι ελληνικές βιομηχανίες δίνουν προτεραιότητα στις εξαγωγές, οι οποίες προσδίδουν δυναμική στη γαλακτοκομία της χώρας.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΑΓΚΑ

Ο γαλακτοκομικός κλάδος που κατέγραψε αύξηση παραγωγής πρόβειου γάλακτος στο εννιάμηνο του 2023, μειωμένες πωλήσεις και εξαγωγές κατά 3% περίπου στο αγελαδινό γάλα αλλά και στο σύνολο των προϊόντων, θα αντικρίσει τη φετινή χρονιά πτώση παραγωγής, κυρίως στο πρόβειο. Οι κύριοι παράγοντες που επηρέασαν αρνητικά τις πωλήσεις του κλάδου (το 90% της εγχώριας παραγωγής προέρχεται από 40 περίπου μεγάλες και μεσαίες μονάδες), όπως εξήγησε στο ThessToday.gr ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ), κ. Χρήστος Αποστολόπουλος, είναι οι αυξημένες τιμές προϊόντων που σε συνδυασμό με τον τιμάριθμο, οδήγησαν τον καταναλωτή είτε στην αγορά μικρότερων ποσοτήτων είτε σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

Ο ρόλος της Θεσσαλίας στην άνοδο των τιμών

Αν και μέχρι στιγμής δεν υπάρχει, σύμφωνα με τον ίδιο, ξεκάθαρη εικόνα για νέες ανατιμήσεις το 2024, επισήμανε ότι οι καταστροφές στο ζωικό κεφάλαιο της Θεσσαλίας που αντιπροσωπεύει το 24% της συνολικής παραγωγής πρόβειου γάλακτος της χώρας, θα αποτελέσουν εν μέρει αρνητικό παράγοντα για την λιανική αγορά. Και αυτό διότι η συγκέντρωση του πρόβειου γάλακτος ήταν ήδη στο τέλος της με αποτέλεσμα να χαθεί το 15% της γαλακτοπαραγωγής της Θεσσαλίας, καθώς υπήρχε απόθεμα. «Θα δούμε, αν και σε μικρό ποσοστό, πτώση 4%-5% της παραγωγής από την περιοχή και αναλόγως τη ζήτηση της αγοράς, θα καθοριστούν οι λιανικές τιμές», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Αποστολόπουλος.

Παράλληλα, ο πρόεδρος του ΣΕΒΓΑΠ επισήμανε ότι η τιμή του αγελαδινού γάλακτος στην εγχώρια αγορά (0,53 λεπτά το λίτρο) είναι αυξημένη κατά 10 λεπτά σε σύγκριση με την Ευρώπη (0,43 λεπτά). Όπως τόνισε, αν πέσουν οι τιμές του εξωτερικού, θα υπάρξει κάποια πτώση και στην ελληνική αγορά, η οποία ακολουθεί με καθυστέρηση τις μεταβολές των ευρωπαϊκών τιμών, αλλά και πάλι εξαρτάται από παράγοντες όπως γεωπολιτικούς, κόστος ενέργειας. Ακατόρθωτο χαρακτήρισε ωστόσο το γεγονός να προσεγγίσουμε το ευρωπαϊκό επίπεδο τιμών, καθώς ο Έλληνας παραγωγός λόγω της «τσιμπημένης» παραγωγής, δεν μπορεί να «ρίξει« τις τιμές.

Ως «κλειδί» για χαμηλές τιμές λιανικής επισήμανε δε, την ενίσχυση του υγιούς ανταγωνισμού. «Αν κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά να διατηρεί σε μια αγορά τις τιμές στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, χρειάζονται προσπάθειες να ενισχυθεί ο υγιής ανταγωνισμός. Οι υπόλοιπες παρεμβάσεις είναι προβληματικές και δεν δημιουργούν τον απαιτούμενο ανταγωνισμό.», σημείωσε.

Το κόστος παραγωγής

Αναφερόμενος ειδικότερα στο κόστος παραγωγής που αποτελεί το κύριο πρόβλημα του κλάδου, υποστήριξε ότι όλα τα στάδια στην αλυσίδα αξίας του γάλακτος, κτηνοτρόφοι, μεταποίηση, λιανικό εμπόριο αντιμετωπίζουν την αύξηση με ιδιαίτερη μνεία στην 100% άνοδο των υλικών συσκευασίας.

«Από την παραγωγή του γάλακτος μέχρι και την τοποθέτηση του στο ράφι μεσολαβούν πολλοί παράγοντες που διαμορφώνουν την τελική τιμή των γαλακτοκομικών. Στο φρέσκο γάλα για παράδειγμα η συμμετοχή μεταποίησης ήταν 0,37 λεπτά το 2021 και έφτασε τα 0,44 λεπτά το 2023.», εξήγησε στο ThessToday.gr o κ. Αποστολόπουλος και πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει ράφι που να μην έχει κάποια προωθητική ενέργεια σε προϊόν γάλακτος. «Πρέπει να ληφθούν υπόψιν και οι δύο τιμές -με και χωρίς τις εκπτώσεις/προσφορές- για να αντιληφθούμε τις πραγματικές ανατιμήσεις των προϊόντων», δήλωσε.

Για τους κτηνοτρόφους, σχολίασε ότι χωρίς τον συγκεκριμένο κλάδο, δεν θα υπάρχει η πρώτη ύλη για παραγωγή. «Οι ζημιές στους κτηνοτρόφους πλήττουν και τις επιχειρήσεις. Χρειάζεται να κρατηθούν ζωντανοί για να μείνουν όρθιες οι επιχειρήσεις γάλακτος και να συνεχίσουν να παράγουν», τόνισε ο πρόεδρος του ΣΕΒΓΑΠ.

Το δυνατό χαρτί των βιομηχανιών

Τα ελληνικά γαλακτοκομικά προϊόντα, γιαούρτι και φέτα, πρωταγωνιστούν στις εξαγωγές του κλάδου με κύριες καταναλωτικές χώρες τις Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Σουηδία. Οι ετήσιες εξαγωγές της φέτας ανέρχονται σε ποσοστό της τάξεως του 65% και ακολουθεί το γιαούρτι με ανοδική πορεία αλλά μικρότερες ποσότητες εξαγωγής.

Η δυναμική που εμφανίζουν μάλιστα τα δύο συγκεκριμένα προϊόντα στο εξωτερικό, παρά την υποχώρηση το 2023, έχει στρέψει το μεγαλύτερο ποσοστό των βιομηχανιών της χώρας στις εξαγωγές, με τον κ. Αποστολόπουλο να επισημαίνει από τη μια πλευρά την δυσκολία των ξένων αγορών και το πρόβλημα της ακρίβειας στους ευρωπαίους καταναλωτές, αλλά από την άλλη το μεγάλο στοίχημα να κερδίσει έδαφος το ελληνικό γιαούρτι.

Οι έλεγχοι στην αγορά γάλακτος

Σχολιάζοντας τέλος και τους ελέγχους στην αγορά υπό το βάρος καταγγελιών για εκτεταμένες εισαγωγές γάλακτος και για φαινόμενα «νοθείας», ανέφερε ότι κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση και η Πολιτεία λειτουργεί «πυροσβεστικά».

«Η αγορά δεν έχει γεμίσει με νοθευμένα, η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων παράγει προϊόντα εξαιρετικής αξίας και απολύτως νόμιμα. Σε όλους τους παραγωγικούς χώρους μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις εκτροπής. Γι’ αυτόν τον λόγο όλοι οι κίνδυνοι, από την ασφάλεια μέχρι και την νοθεία πρέπει να προλαμβάνονται και όχι να ανακαλύπτονται. Υπάρχουν συστήματα πρόληψης αλλά δεν έχουν υιοθετηθεί από την Πολιτεία, η οποία λειτουργεί ”πυροσβεστικά”», είπε καταλήγοντας.

Thesstoday

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑ