close search results icon

Ελληνοτουρκικά: Γιατί χαμηλώνει τους τόνους ο Ερντογάν -Πώς διαβάζει η Αθήνα τη «στροφή» της Νέας Υόρκης

Ελληνοτουρκικά: Γιατί χαμηλώνει τους τόνους ο Ερντογάν -Πώς διαβάζει η Αθήνα τη «στροφή» της Νέας Υόρκης

Η αισθητή αλλαγή τόνου του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από τη Νέα Υόρκη, έπειτα από εβδομάδες αυξημένης έντασης στα ελληνοτουρκικά, δεν περνά απαρατήρητη στην Αθήνα.

Την ίδια ώρα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ να κινηθεί και ο ίδιος σε χαμηλότερους τόνους, επιμένοντας στις ελληνικές θέσεις χωρίς όμως να ανεβάσει περαιτέρω τον θερμοστάτη στις σχέσεις με την Άγκυρα.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί την αίσθηση μιας προσπάθειας αποκλιμάκωσης, χωρίς ωστόσο να είναι ακόμη σαφές εάν πρόκειται για μια μεταβολή με διάρκεια ή για μια τακτική προσαρμογή στη συγκυρία. Άλλωστε, οι διαφορές όχι μόνο παραμένουν, αλλά το επόμενο διάστημα Αθήνα και Άγκυρα θα βρεθούν μπροστά σε ένα πραγματικό τεστ επί του πεδίου με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.

Πάντως, διπλωματική πηγή, μιλώντας στο iefimerida, δίνει και μια διαφορετική διάσταση στην επιλογή του Ερντογάν να χαμηλώσει τους τόνους απέναντι στην Ελλάδα. Κατά την εκτίμησή της, η ηπιότερη στάση έναντι της Αθήνας λειτούργησε ως ένα είδος αντιβάρου στην ιδιαίτερα υψηλή ρητορική που χρησιμοποίησε ο Τούρκος πρόεδρος απέναντι στο Ισραήλ, με το μήνυμα να έχει ευρύτερους αποδέκτες τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στον αραβικό κόσμο.

Η ανάγνωση αυτή συνδέεται και με τις ευρύτερες ισορροπίες στην περιοχή. Η ένταση των προηγούμενων εβδομάδων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είχε συμπέσει με την αυξανόμενη ενόχληση της Άγκυρας για τη στενότερη αμυντική συνεργασία Αθήνας–Τελ Αβίβ και ιδιαίτερα για την «Ασπίδα του Αχιλλέα». Στον τουρκικό δημόσιο διάλογο η ελληνοϊσραηλινή προσέγγιση αντιμετωπίστηκε το προηγούμενο διάστημα με αυξανόμενη καχυποψία, την ώρα που οι σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ βρίσκονται σε ιδιαίτερα υψηλή ένταση.

Ο Ερντογάν, όμως, στη Νέα Υόρκη είχε παράλληλα λόγο να εμφανίσει την Τουρκία ως απαραίτητο συνομιλητή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή. Γιαυτο το λόγο δεν την συμφέρει να εμφανίζεται ως μια χώρα που ανοίγει πολλά μέτωπα στην περιοχή.

Παράλληλα , η σκληρή γραμμή απέναντι στο Ισραήλ απευθύνεται και στο αραβικό και μουσουλμανικό ακροατήριο, την ώρα που η Άγκυρα επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της απέναντι στην Ουάσιγκτον ως κρίσιμος περιφερειακός παίκτης. Σε αυτό το πλαίσιο, μια ταυτόχρονη ελληνοτουρκική κρίση θα περιέπλεκε το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η τουρκική ηγεσία.

Ως γνωστόν , η Ελλάδα διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με σημαντικές αραβικές χώρες και ιδιαίτερα με τις χώρες του Κόλπου. Η σχέση με τη Σαουδική Αραβία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, με την ελληνική πυροβολαρχία Patriot να βρίσκεται ανεπτυγμένη στη χώρα από το 2021 και την αμυντική συνεργασία Αθήνας–Ριάντ να έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο βάρος μέσα στη νέα περιφερειακή πραγματικότητα.

Συνεπώς , το «αντίβαρο» που περιγράφει η διπλωματική πηγή δεν βρίσκεται έξω από την υπόλοιπη εικόνα. Αντίθετα, μπορεί να διαβαστεί μαζί με την προσπάθεια του Ερντογάν να ισορροπήσει ανάμεσα σε διαφορετικά ακροατήρια: να διατηρήσει την ιδιαίτερα σκληρή στάση απέναντι στο Ισραήλ, να ενισχύσει το αποτύπωμά του στον αραβικό κόσμο και, ταυτόχρονα, να μην εμφανιστεί στην Ουάσιγκτον ή στους Άραβες συμμάχους ως ο ηγέτης που ανοίγει ένα ακόμη μέτωπο, αυτή τη φορά με έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ ή μια φιλική χώρα στον αραβικό κόσμο.

Η μεταβολή είναι περισσότερο εμφανής στην τουρκική πλευρά. Τις προηγούμενες εβδομάδες είχαν προηγηθεί οι τοποθετήσεις του Χακάν Φιντάν για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, οι αντιδράσεις της Άγκυρας για το Καστελόριζο, οι προειδοποιήσεις γύρω από δραστηριότητες σε περιοχές που η Τουρκία θεωρεί ότι ανήκουν στη δική της υφαλοκρηπίδα, αλλά και η αυξανόμενη καχυποψία απέναντι στην ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η δήλωση Ερντογάν στη Νέα Υόρκη ότι «η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας», αλλά γείτονας και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, είχε σαφώς διαφορετικό τόνο. Ο Τούρκος πρόεδρος πρόσθεσε ότι οι σχέσεις των δύο χωρών είναι πολύ σημαντικές για να χρησιμοποιούνται ως προεκλογικό υλικό, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι εκείνο που ενδιαφέρει την Άγκυρα είναι τα δικαιώματα και η ασφάλεια της Τουρκίας και η διατήρηση της ειρήνης και της ηρεμίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στην Αθήνα οι δηλώσεις καταγράφηκαν ως θετική εξέλιξη, αλλά χωρίς να θεωρείται ότι σηματοδοτούν από μόνες τους αλλαγή της τουρκικής πολιτικής. Ανώτατη κυβερνητική πηγή στη Νέα Υόρκη σημείωνε χαρακτηριστικά ότι «οι σημερινές δηλώσεις του κ. Ερντογάν, για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις κινούνται σε μια διαφορετική κατεύθυνση από αυτά που είχαμε ακούσει στο πρόσφατο παρελθόν». Όπως πρόσθετε, «είμαστε γείτονες. Είμαστε καταδικασμένοι από τη γεωγραφία να ζούμε δίπλα ο ένας στον άλλο. Το σημαντικό, αυτή τη στιγμή, είναι να χαμηλώσει αυτή η ένταση που δεν την έχουμε ανεβάσει εμείς».

Και αυτό διότι πίσω από την αλλαγή του ύφους δεν υπάρχει μέχρι στιγμής αντίστοιχη αλλαγή στις πάγιες τουρκικές θέσεις. Σχεδόν παράλληλα με τα μηνύματα Ερντογάν από τη Νέα Υόρκη, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέφερε την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και επέμεινε ότι δραστηριότητες για την πόντιση καλωδίων σε περιοχές που η Άγκυρα θεωρεί ότι ανήκουν στην τουρκική υφαλοκρηπίδα πρέπει να συντονίζονται προηγουμένως με την Τουρκία.

Η αμερικανική εξίσωση και τα F-35

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία και το ζήτημα των F-35. Η Άγκυρα επιχειρεί αυτή την περίοδο να κλείσει ένα από τα σημαντικότερα ανοιχτά μέτωπα στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον, επιδιώκοντας την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών.

Το ζήτημα έχει αποκτήσει πλέον πολύ συγκεκριμένη διάσταση. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στα F-35, ενώ είχε δηλώσει ήδη από τη συνάντησή του με τον Ερντογάν στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο ότι προτίθεται να άρει τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στην Άγκυρα για την αγορά των ρωσικών S-400 και ότι θα λάβει απόφαση για τα μαχητικά.

Η υπόθεση, ωστόσο, δεν έχει κλείσει. Το ζήτημα των S-400 εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εμπόδιο και ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα Τομ Μπάρακ παραδέχθηκε μόλις αυτές τις ημέρες ότι η επίλυση των νομικών και κανονιστικών προβλημάτων γύρω από το ρωσικό σύστημα θα χρειαστεί χρόνο.

Ο ίδιος ο Ερντογάν, λίγο πριν αναχωρήσει από τη Νέα Υόρκη, εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι η Τουρκία θα επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35, υποστηρίζοντας ότι ο Τραμπ έχει εκφράσει θετική βούληση και δηλώνοντας ότι η Άγκυρα περιμένει πλέον αυτή η βούληση να μεταφραστεί σε «συγκεκριμένα βήματα».

Αυτό δίνει διαφορετικό βάρος στη χρονική στιγμή κατά την οποία ο Τούρκος πρόεδρος επιλέγει να στείλει μήνυμα αποκλιμάκωσης προς την Ελλάδα. Η Άγκυρα επιδιώκει να αποκαταστήσει πλήρως την αμυντική σχέση της με τις ΗΠΑ και να παρουσιάσει την Τουρκία ως κρίσιμο σύμμαχο του ΝΑΤΟ σε μια εξαιρετικά ασταθή περιοχή. Μια νέα ελληνοτουρκική κρίση, και μάλιστα σε μια στιγμή που συζητείται στην Ουάσιγκτον η επιστροφή της Τουρκίας στα F-35, δύσκολα θα βοηθούσε αυτή την προσπάθεια.

Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να διαβαστεί και διαφορετικά η ένταση των προηγούμενων εβδομάδων. Η Άγκυρα επανέφερε με ένταση τις θέσεις της για τα νησιά, το Καστελόριζο, το καλώδιο και την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία, καταγράφοντας τις διεκδικήσεις και τις κόκκινες γραμμές της. Στη Νέα Υόρκη, όμως, ο ίδιος ο Ερντογάν φαίνεται να έβαλε φρένο προτού η ρητορική κλιμάκωση εξελιχθεί σε πραγματική κρίση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αλλαγή είναι μόνιμη ούτε ότι η Άγκυρα εγκαταλείπει κάποια από τις θέσεις που διατύπωσε το προηγούμενο διάστημα. Δείχνει όμως ότι, στη συγκεκριμένη συγκυρία, η ελεγχόμενη ένταση ενδέχεται να εξυπηρετεί περισσότερο την τουρκική στρατηγική από μια νέα σύγκρουση με την Αθήνα.

Μπροστά το crash test του καλωδίου

Υπάρχει όμως και ένας τρίτος παράγοντας που μπορεί να εξηγεί γιατί οι χαμηλοί τόνοι εξυπηρετούν αυτή τη στιγμή και τις δύο πλευρές. Αθήνα και Άγκυρα πλησιάζουν σε ένα από τα δυσκολότερα crash tests του επόμενου διαστήματος: την επανέναρξη των εργασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.

Στο καλώδιο οι θέσεις των δύο πλευρών παραμένουν εκ διαμέτρου αντίθετες. Η Τουρκία επιμένει ότι δραστηριότητες σε περιοχές που θεωρεί ότι βρίσκονται εντός της τουρκικής υφαλοκρηπίδας πρέπει να συντονίζονται μαζί της. Η Αθήνα απορρίπτει αυτή την αντίληψη, με τον Γιώργο Γεραπετρίτη να έχει ξεκαθαρίσει ότι το έργο αδειοδοτείται από την Ελλάδα και «δεν πρόκειται ποτέ να αδειοδοτηθεί από άλλη χώρα».

Το συγκεκριμένο ζήτημα είναι ίσως πιο δύσκολο από τις λεκτικές αντιπαραθέσεις των τελευταίων εβδομάδων, διότι φέρνει αντιμέτωπες επί του πεδίου δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις για τις θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο. Από τη μία βρίσκεται η ελληνική θέση που στηρίζεται στο Δίκαιο της Θάλασσας και στην οριοθέτηση με την Αίγυπτο και από την άλλη η «Γαλάζια Πατρίδα» και το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Η εμπειρία της Κάσου το καλοκαίρι του 2024 έχει ήδη δείξει πόσο εύκολα μια τεχνική επιχείρηση μπορεί να μετατραπεί σε διπλωματική και επιχειρησιακή αντιπαράθεση. Το ερώτημα αυτή τη φορά θα είναι εάν η Τουρκία θα περιοριστεί στην καταγραφή των θέσεών της, για παράδειγμα με την έκδοση δικής της NAVTEX και ρηματικές παρεμβάσεις, ή εάν θα επιχειρήσει να εμποδίσει στην πράξη τις εργασίες.

Ακριβώς γι’ αυτό αποκτά σημασία ότι οι τόνοι πέφτουν πριν και όχι μετά το συγκεκριμένο τεστ. Καμία από τις δύο χώρες δεν έχει συμφέρον να φτάσει στην επανέναρξη των εργασιών έχοντας ήδη εξαντλήσει τον πολιτικό χώρο για αποκλιμάκωση. Οι χαμηλότεροι τόνοι μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιθώριο ώστε ακόμη και μια νέα διαφωνία επί του πεδίου να μην οδηγήσει αυτομάτως σε ανεξέλεγκτη κρίση.

Αυτό βεβαίως δεν αποτελεί ένδειξη ότι Αθήνα και Άγκυρα έχουν καταλήξει σε κάποια παρασκηνιακή συμφωνία για το καλώδιο. Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής κάτι που να τεκμηριώνει τέτοιο συμπέρασμα. Η προετοιμασία, όμως, για την επανέναρξη των εργασιών βρίσκεται σε εξέλιξη και το καλώδιο θα αποτελέσει το πρώτο ουσιαστικό τεστ για το εάν το κλίμα της Νέας Υόρκης μπορεί να μεταφερθεί και στο πεδίο.

Χαμηλότεροι τόνοι και από τον Μητσοτάκη

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη δική του ομιλία. Ο πρωθυπουργός δεν μετακινήθηκε από τις ελληνικές θέσεις, ενώ παράλληλα απέφυγε μια συνολική μετωπική απάντηση προς την Άγκυρα, επιμένοντας στην ανάγκη να παραμείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά του στην ανάγκη να υπάρχει μια κοινή κατανόηση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, παρά τις διαφορές που εξακολουθούν να χωρίζουν τις δύο χώρες. Η λογική αυτή εντάσσεται στην πάγια θέση της Αθήνας ότι ο διάλογος πρέπει να συνεχίζεται ακόμη και όταν οι δύο πλευρές διαφωνούν, ώστε να υπάρχει ο αναγκαίος μηχανισμός επικοινωνίας και αποκλιμάκωσης όταν οι συνθήκες το απαιτούν.

Η στάση αυτή συνδέεται και με τη γραμμή που είχε χαράξει ήδη πριν από τη Νέα Υόρκη, όταν ο πρωθυπουργός είχε επισημάνει ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στις επίσημες θέσεις της τουρκικής ηγεσίας και σε όσα γράφονται στον τουρκικό Τύπο. Η Αθήνα, δηλαδή, εμφανίζεται να επιλέγει να μην απαντά σε κάθε κλιμάκωση της ρητορικής με αντίστοιχη κλιμάκωση από την ελληνική πλευρά.

Έτσι, η Νέα Υόρκη αφήνει πίσω της μια διαφορετική εικόνα από εκείνη των προηγούμενων εβδομάδων. Από τη μία, ο Ερντογάν έχει συγκεκριμένους λόγους να μην ανοίξει αυτή τη στιγμή ένα νέο μέτωπο με την Ελλάδα, καθώς επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη βελτίωση των σχέσεων με τον Τραμπ και να πετύχει την επιστροφή στα F-35. Από την άλλη, Αθήνα και Άγκυρα γνωρίζουν ότι το δυσκολότερο τεστ στις μεταξύ τους σχέσεις δεν θα δοθεί στα μικρόφωνα της Νέας Υόρκης, αλλά όταν το ερευνητικό πλοίο επιστρέψει στην Ανατολική Μεσόγειο.

Γι’ αυτό και στην Αθήνα το καλάθι παραμένει μικρό. Η αποκλιμάκωση είναι υπαρκτή στο επίπεδο της δημόσιας ρητορικής και δεν πρέπει να υποτιμάται, ιδιαίτερα μετά το κλίμα των προηγούμενων εβδομάδων. Δεν αποτελεί όμως ακόμη απόδειξη αλλαγής πορείας.

Το εάν πρόκειται για ουσιαστική προσπάθεια επιστροφής σε πιο ήρεμα νερά ή απλώς για μια ανάπαυλα θα φανεί σύντομα. Και πιθανότατα όχι από την επόμενη δήλωση του Ερντογάν ή του Μητσοτάκη, αλλά από το τι θα συμβεί όταν έρθει η ώρα του καλωδίου.


 iefimerida.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑ