close search results icon

Για μια αναγεννητική αγροτική ύπαιθρο

Μια αντίρροπη κινηματική εναλλακτική που εμφανίζεται αργά, και διστακτικά, υπό διάφορες μορφές (π.χ. αγροικολογία, φυσική γεωργία, κοινοτική γεωργία κ.ά.) βασίζεται κυρίως στην επανα-χωρο-τοπικοποίηση της παραγωγής και τη συλλογική-κοινοτική και συνεργατική επανοικειοποίηση των μέσων παραγωγής.

*Τάκης Νικολόπουλος

Είναι κοινότοπο αλλά πέρα ώς πέρα αληθινό ότι χώρα χωρίς αγροτική παραγωγή δεν έχει κανένα μέλλον. Δεν είναι βι(ο)ώσιμη ακόμα κι αν η (γενική λογιστική-χρηματιστική του ΑΕΠ) μεγέθυνση, αντιοικολογική και άνιση, αυξάνεται.

Ομως ερωτάται ποια αγροτική παραγωγή όταν αυτή εδώ και σαράντα χρόνια έχει: α) παγκοσμιοποιηθεί (δηλαδή νεοαποικιοποιηθεί ως προς τους χώρους-εδάφη και τους αγρότες, με δέκα κράτη να πραγματοποιούν περίπου το 60% του παγκόσμιου εμπορίου των αγροτικών και διατροφικών προϊόντων και με τα 3/4 των ανταλλαγών να γίνονται μέσω των πολυεθνικών και των θυγατρικών τους, J. Rastoin, 2024), β) χρηματιστικοποιηθεί (ο μετοχικός τρόπος διακυβέρνησης έγινε κυρίαρχος στο αγρο- βιομηχανικό διατροφικό σύστημα με την ισχύ να βρίσκεται στα διάφορα επενδυτικά κεφάλαια που κερδοσκοπούν στις χρηματαγορές, οπ.παρ.), γ) εντατικοποιηθεί (βιομηχανοποιηθεί και χημειοποιηθεί ανεξέλεγκτα με υψηλό κόστος εισροών), δ) αυτοματοποιηθεί και τυποποιηθεί ως προς τα παραγόμενα διατροφικά προϊόντα, ε) υπερσυγκεντροποιηθεί, με συγκέντρωση μάλιστα αυτής της αγροτικής παραγωγής και διανομής υπέρ μεγάλων πολυεθνικών που νέμονται την παγκόσμια πλέον αγορά με βάση την αποδοτικότητα και το κέρδος, στ) οδηγηθεί σε φτωχοποίηση και σε συρρίκνωση μέχρι «εκκαθαρίσεως» των μικρών αγροτών και συγκεκριμένα των μικρο-οικογενειακών και κοινοτικών καλλιεργειών και εκτροφών με μαζική αγροτική έξοδο (όχι μόνο στον Νότο και στην Κίνα, αλλά και στην Ε.Ε.).

Σήμερα περισσότερο από το 70% των αγροκτημάτων ανήκουν ή ελέγχονται από μόλις το 1% των «αγροτών», στους οποίους περιλαμβάνονται επενδυτικές τράπεζες, συνταξιοδοτικά ταμεία, hedge funds και ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (J. Spear, «Η Εποχή», 8-9/11/2025). Η μαζική παραγωγή και κατανάλωση έγινε ηγεμονική ένεκα και της μαζικής εξόδου από την ύπαιθρο (πλέον του μισού του παγκόσμιου πληθυσμού) προς τις μεγαπόλεις πλέον και μητροπόλεις. Ετσι η πρόκληση που τίθεται είναι σε ορίζοντα λιγότερο των δύο γενεών (2050) να τραφούν 9,8 δισ. πληθυσμού, εκ των οποίων 6,3 δισ. κάτοικοι πόλεων που τείνουν να γιγαντώνονται (J. Rastoin, 2024).

Το μοντέλο αυτό που κυριαρχεί και προωθήθηκε ως γνωστόν και από την Ε.Ε. απαιτεί μεγάλες και γρήγορα αποδοτικές μονοκαλλιεργούμενες εκτάσεις – εκτάσεις δηλαδή στραμμένες στις εξαγωγές (μοντέλο που ακόμα και κατά την πρόεδρο της ΕΚΤ, Κ. Λαγκάρντ, δεν οδηγεί πλέον πουθενά και θα πρέπει να υπάρξει στροφή αξιοποίησης προς τις εγχώριες οικονομίες), όπως εξάλλου και δαπάνες (χρηματοδοτήσεις-επιδοτήσεις) κεφαλαίων. Οι κρισιακές συνέπειες τούτου στην (ποιοτική και επαρκή) διατροφή, στις (υψηλές) τιμές, στους ίδιους τους χωρο-τόπους και στη φύση, στα τοπία (με την ομοιομορφοποίησή τους) αλλά και αλλού (ενέργεια) και, τέλος, στην εμφάνιση ζωονόσων και πανδημιών απότοκων της αποδάσωσης και καταστροφής των ενδιαιτημάτων των άγριων ειδών στο πλαίσιο της γενικότερης οικοκλιματικής και οικοκοινωνικής κρίσης δεν αμφισβητούνται πλέον. Στην ουσία φαίνεται μια δυναμική κατάσταση χωρίς πισωγύρισμα ή ακόμα και χωρίς άλλου είδους ή τύπου (εναλλακτική) αγροτική παραγωγή.

Ειδικότερα το παραπάνω παγκοσμιοποιημένο και χρηματιστικοποιημένο αγροβιομηχανικό/χημικό μοντέλο (Γ. Τόλιος, 2009) συνοδεύεται από πληθώρα (αρνητικών) εξωτερικοτήτων: κοινωνικών (αύξηση των ανισοτήτων ανάμεσα σε κράτη αλλά και εντός των κρατών), περιβαλλοντικών (ρύπανση, μόλυνση, απώλεια βιοποικιλότητας, ερημοποίηση, κλιματική κρίση κ.ά.), οικονομικών (στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων ανάλογα με το μέγεθος και τη χρηματοδοτική τους ισχύ), πολιτιστικών (ομοιομορφοποίηση των στάσεων με αποδυνάμωση των πολιτιστικών κληρονομιών, παραδόσεων κ.λπ., καταρχάς σε βιοχωροτοπικό επίπεδο) και αξιακών (προτεραιότητα στην οικονομική αξία έναντι άλλων κοινωνιακών αξιών κατά τις πολιτικές αποφάσεις, απόσταση ανάμεσα στην αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία αγαθών και υπηρεσιών κ.λπ.).

Μια αντίρροπη κινηματική εναλλακτική που εμφανίζεται αργά, και διστακτικά, υπό διάφορες μορφές (π.χ. αγροικολογία, φυσική γεωργία, κοινοτική γεωργία κ.ά.) βασίζεται κυρίως στην επανα-χωρο-τοπικοποίηση της παραγωγής και τη συλλογική-κοινοτική και συνεργατική επανοικειοποίηση των μέσων παραγωγής. Τούτα συνοδεύονται από διαφοροποίηση-ποικιλομορφία των καλλιεργητικών και εκτροφικών συστημάτων, από καθαρή (ανανεώσιμη) ενέργεια μικρών τέτοιων χωρο -τοπικών κοινοτικών πάρκων και τη σχετική ιδιοτοπική γνώση, συνοδευομένων από αποεξειδίκευση και με συνδυασμό των παραγωγικών δραστηριοτήτων ανάλογα με τις εποχές. Βέβαια όλα αυτά τα εναλλακτικά αγρο-κινήματα ή κινήσεις δυσκολεύονται για πολλούς λόγους να γίνουν ηγεμονικά.

Τα παραπάνω συμπυκνώνονται στο μόνιμο και κύριο αίτημα-διεκδίκηση της αυτοδυναμίας-κυριαρχίας των τροφίμων (όχι και αυτάρκειας όπως σε μια κλειστή κοινότητα/κοινοτισμός), που θα ευνοεί τη (γνήσια) ανθεκτικότητα έναντι του παραγωγιστικού μεγεθυνσιακού μεγα-συστήματος. Και το ζήτημα έτσι του ποιος ελέγχει την τροφή και πώς χρησιμοποιεί αυτή την εξουσία είναι βαθιά πολιτικό.

Με άλλα λόγια στόχος είναι η επανάκτηση του ελέγχου της τροφής από τους ίδιους τους παραγωγούς-αγρότες και τους (τοπικούς) πληθυσμούς και όχι από μια δράκα πολυεθνικών ολιγοπωλιακών εταιρειών σε αθέατο πόλεμο μεταξύ τους (Κ. Κλοκίτη, «Η Εποχή», 22/3/2015) συμβάλλοντας στην άνοδο των τιμών και στην κερδοσκοπία.

Μια τέτοια προσέγγιση με βάση την οικο-λο-νομία των βιο-χωρο-τόπων δεν είναι συμβατή με μια οικονομία της αποδοτικότητας και των ποσοτήτων στον αγροτικό τομέα, ακόμα κι αν αυτή ενδύεται μια «βιώσιμη εντατικοποίηση» η οποία θέλει να διατηρήσει τις αποδόσεις συνδυάζοντάς τες με τη βιογενετική, τη ρομποτική κ.λπ. Ας σημειωθεί ότι η γεωργία των αγροτών, πέρα των άλλων πλεονεκτημάτων, παράγει το 70 με 75% της παγκόσμιας τροφής σε μια έκταση ενός τετάρτου των καλλιεργούμενων εκτάσεων, ενώ η βιομηχανική γεωργία παράγει το 30 με 35% αντίστοιχα σε μια έκταση τριών τετάρτων των καλλιεργούμενων εκτάσεων (H. Tordjman, 2021).

Από την άλλη μια τέτοια εναλλακτική προσέγγιση εγγράφεται σε μια οικονομία των αναγκών, των συμβιωτικών σχέσεων, της συνεργατικότητας και της ολιγοεπάρκειας στο πλαίσιο της α-μεγέθυνσης. Μια οικονομία που μπορεί να αναπτυχθεί ως «κοινή» μέσω αναδιανομής των γαιών σε μικρά τμήματα ή ενοικιαζόμενες με συμβολικό τίμημα γαίες από δήμους (π.χ. ανάμεσα σε πολλά το αυτοδιαχειριζόμενο και αλληλέγγυο αγρόκτημα Turfu στη Rennes της Γαλλίας), με οργάνωση της διανομής μέσω μικρών και απευθείας συστημάτων-δικτύων (π.χ. τις πάνω από χίλιες πεντακόσιες γαλλικές αγροτικές/καταναλωτικές ενώσεις ΑΜΑP σε χωρο-τοπικό επίπεδο). Μια οικονομία κόντρα τελικά στην κυρίαρχη μεγεθυνσιακή αντίληψη του πολλαπλασιασμού των δικτύων πώλησης, ώστε να είναι αποδοτική μια αγροτική εκμετάλλευση η οποία έχει ως κύρια οργανωτική μορφή και λειτουργία τον συνεργατισμό και τις ενώσεις αλλά και την αμεσο-συμμετοχική δημοκρατική λειτουργία.

Συνοπτικά η επαναχωρο-τοπικοποιημένη, διαφοροποιημένη και ποικιλόμορφη αγροτική παραγωγή και διανομή που εγγράφεται σε μια γενικότερη εναλλακτική αλληλέγγυα οικονομία της πολλαπλότητας και της ετερογένειας θα χαρακτηρίζεται από έναν χωρο-τοπικό δημοκρατικό/συνεργατικό θεσμικό συντονισμό που θα περιλαμβάνει ιδίως τους πρωτοβάθμιους κλαδικούς αγροτικούς συνεταιρισμούς με (εξωτερικό) κοινωνικό έλεγχο. Συντονισμός όπου (θα) συμμετέχουν σε δίκτυο όλοι οι παράγοντες και κλάδοι του χωρο-τοπικού διατροφικού αντι-«συστήματος» μακράν της αδιέξοδης και εκφυλισμένης πλέον ΚΑΠ (μικρή και συγκεκριμένη παραγωγή άμεσα μικροδίκτυα εμπορίας-διανομής, εναλλακτικά χρηματοδοτικά εργαλεία κ.ά.), εξασφαλίζοντας μια ισοδίκαιη διανομή της δημιουργούμενης αξίας σ’ ένα πνεύμα και μηχανισμό αμοιβαιοποίησης. Τέλος, ο παραπάνω «εκ των κάτω» συντονισμός θα συνοδεύεται από την ύπαρξη δημόσιου αγροτικού τραπεζικού φορέα με κοινωνικό έλεγχο και από εθνικό-κρατικό έλεγχο μεγάλων αγροδιατροφικών επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας όπως και της συγκέντρωσης - τυποποίησης - εμπορίας προϊόντων και τροφίμων (Β. Νάνος, «Εφ.Συν.», 27/11/2025).

Συνεπώς ζωτικές και επείγουσες (πολιτικές) επιλογές είναι: πολυεθνικά ολιγοπώλια ή δίκτυα χωρο-τοπικών μικροεπιχειρήσεων (οικογενειακών, κοινοτικών/συνεργατικών καλλιεργειών κ.ά.), προτεραιότητα στην αγορά-αγορές ή στις κοινωνικές και οικολογικές ανάγκες και αξίες, ποσότητα ή ποιότητα, παγκοσμιοποίηση ή χωρο-τοπικοποίηση (A.Torre, S. Dermine –Brullot, 2019). Ας μην ξεχνάμε ότι οι χωρο-τόποι ήταν, όπως έλεγε ο Μαρξ, το πρώτο και βασικό εμπόδιο στην καπιταλιστική επέκταση και δημιουργία αγορών, τη μεγέθυνση και εκμετάλλευση. Από την άλλη ουσιαστικά δεν υπάρχουν χώρες, αλλά χώροι-τόποι.

*Ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πάτρας

πηγή: efsyn.gr - Από την έντυπη "Εφημερίδα των Συντακτών" - ένθετο ΝΗΣΙΔΕΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑ