Γιάννης Ξηντάρας- Όταν το «δεν αντέχω» γίνεται τρόπος ζωής: γονείς και έφηβοι απέναντι στη ματαίωση
Όταν το «δεν αντέχω» γίνεται τρόπος ζωής: γονείς και έφηβοι απέναντι στη ματαίωση
Γράφει ο Ψυχολόγος – Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας
Υπάρχει μια φράση που ακούγεται αρκετά συχνά μέσα στα σπίτια: «Δεν την παλεύω»… Μπορεί να ειπωθεί για το διάβασμα, για μια υποχρέωση, για κάτι που κουράζει ή δεν έχει ενδιαφέρον. Στην αρχή μοιάζει απλό, σχεδόν αθώο κι όμως, αν σταθείς λίγο περισσότερο, κρύβει κάτι βαθύτερο: Μια δυσκολία να αντέξουμε τη ματαίωση.
Η ματαίωση είναι μέρος της ζωής. Είναι εκείνη η στιγμή που κάτι δεν γίνεται όπως το θέλεις, που συναντάς εμπόδιο, που χρειάζεται να προσπαθήσεις περισσότερο απ’ όσο περίμενες. Δεν είναι ευχάριστη, αλλά είναι απαραίτητη. Μέσα από αυτήν μαθαίνουμε να επιμένουμε, να προσαρμοζόμαστε, να αντέχουμε, είναι ένας μηχανισμός που μας βοηθά να ωριμάσουμε. Κι όμως, σήμερα μοιάζει όλο και πιο δύσκολο να τη χωρέσουμε.
Τα παιδιά και οι έφηβοι βιώνουν τη ματαίωση πιο έντονα. Δεν έχουν ακόμα τα εργαλεία να τη διαχειριστούν, ούτε την εμπειρία να τη σχετικοποιήσουν. Και σε μια εποχή που πολλά γίνονται άμεσα, από την επικοινωνία μέχρι την ικανοποίηση των επιθυμιών, η αναμονή και η προσπάθεια αρχίζουν να μοιάζουν «υπερβολικές». Σαν κάτι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει.
Και κάπου εδώ μπαίνει ο ρόλος των γονιών. Με καλή πρόθεση, πολλές φορές προσπαθούν να διευκολύνουν. Να προλάβουν τη δυσκολία, να προστατεύσουν το παιδί από την απογοήτευση, να κάνουν τα πράγματα πιο εύκολα, να «μην στενοχωρηθεί». Και χωρίς να το καταλάβουν, του περνούν ένα μήνυμα: ότι η δυσκολία είναι κάτι που πρέπει να αποφεύγεται.
Έτσι δημιουργείται μια λεπτή αλλά σημαντική μετατόπιση. Από το «είναι δύσκολο αλλά μπορώ», στο «είναι δύσκολο, άρα δεν γίνεται». Και όταν αυτό παγιώνεται, αρχίζει να επηρεάζει τη συμπεριφορά. Το παιδί αποφεύγει, αναβάλλει, εγκαταλείπει πιο εύκολα. Μπορεί να γκρινιάζει, να θυμώνει, να ψάχνει δικαιολογίες. Όχι απαραίτητα από αδιαφορία, αλλά επειδή δεν έχει μάθει να μένει μέσα στη δυσκολία.
Στην εφηβεία αυτό γίνεται πιο έντονο. Ο έφηβος διεκδικεί, αμφισβητεί, πιέζεται. Και όταν συναντά κάτι που τον δυσκολεύει, μπορεί να αντιδράσει έντονα, σαν να είναι ανυπόφορο. Σαν να μην αντέχεται.
Και εκεί χρειάζεται κάτι διαφορετικό από αυτό που ίσως έρχεται αυθόρμητα. Όχι περισσότερη πίεση, αλλά ούτε και άμεση «διάσωση». Χρειάζεται μια στάση που συνδυάζει δύο πράγματα: όριο και στήριξη. Να μπορεί ο γονιός να πει: «Καταλαβαίνω ότι δυσκολεύεσαι», χωρίς να ακυρώνει το συναίσθημα και ταυτόχρονα: «Μπορείς να το κάνεις», χωρίς να το παίρνει πάνω του.
Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να μην ματαιώνεται το παιδί, είναι να μάθει να αντέχει τη ματαίωση. Να καταλάβει ότι το δύσκολο δεν σημαίνει αδύνατο, ότι το «δεν θέλω» δεν σημαίνει «δεν μπορώ», ότι μπορεί να προσπαθήσει, ακόμα κι αν δεν του αρέσει. Και αυτό δεν διδάσκεται μόνο με λόγια. Τα παιδιά βλέπουν. Πώς αντιδράς εσύ όταν δυσκολεύεσαι ή πώς διαχειρίζεσαι την πίεση, την απογοήτευση, την αναμονή. Αν εγκαταλείπεις εύκολα ή αν επιμένεις. Αν αποφεύγεις ή αν μένεις. Εκεί μαθαίνουν περισσότερο.
Σιγά σιγά, μέσα από αυτή τη στάση, διαμορφώνεται κάτι σημαντικό, μια εσωτερική φωνή που λέει: «Δεν μου είναι εύκολο, αλλά μπορώ να το αντέξω». «Δεν το θέλω, αλλά μπορώ να το κάνω». «Δυσκολεύομαι, αλλά αξίζει να προσπαθήσω». Και αυτή η φωνή γίνεται εργαλείο ζωής.
Γιατί η ματαίωση δεν σταματά στην παιδική ηλικία, συνεχίζει παντού: στη δουλειά, στις σχέσεις, στις επιλογές. Αν δεν έχεις μάθει να τη διαχειρίζεσαι, σε περιορίζει, αν όμως μπορείς να τη χωρέσεις, σε δυναμώνει.
Ίσως τελικά το ερώτημα να μην είναι πώς θα μεγαλώσουμε παιδιά χωρίς ματαίωση. Αυτό δεν γίνεται. Το ερώτημα είναι πώς θα μεγαλώσουμε παιδιά που, όταν τη συναντούν, δεν θα λυγίζουν… αλλά θα μαθαίνουν να στέκονται μέσα της.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
Η εταιρεία TERMINAL ABEE στη Σκύδρα αναζητά προσωπικό
04 Μαΐου 2026 -
Φωτιά σε εν κινήσει αστικό λεωφορείο στο Ίλιον
04 Μαΐου 2026
ΣΧΟΛΙΑ