Η δεύτερη απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό και η απίστευτη γενναιότητα του υπολοχαγού Λεοντοκιανάκου
Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 82 χρόνια από την ανακήρυξη της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, που έγινε τον Φεβρουάριο του 1914. Οι ιστορικοί διαφωνούν για την ακριβή ημερομηνία: 17 ή 18 Φεβρουαρίου γράφουν πολλοί, 28 Φεβρουαρίου αρκετοί άλλοι. Το βέβαιο είναι, ότι πρωτεύουσα της Αυτόνομης αυτής Δημοκρατίας ήταν το Αργυρόκαστρο. Πρόεδρος της κυβέρνησης ήταν ο, ως τότε Γενικός Διοικητής Ηπείρου, Γεώργιος Χρηστάκης Ζωγράφος (1863- 1918), με καταγωγή από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου. Μέλη της ήταν οι: Αλέξανδρος Καραπάνος (Υπουργός Εξωτερικών), Ιωάννης Παρμενίδης (Υπουργός Οικονομικών), Δημήτριος Δούλης (Υπουργός Στρατιωτικών) και οι Μητροπολίτες Κορυτσάς Γεώργιος και Βελλάς- Κονίτσης Σπυρίδων. Εκτός από το Αργυρόκαστρο, η Αυτόνομη Δημοκρατία Βορείου Ηπείρου περιλάμβανε τη Χιμάρα, το Δέλβινο, τους Αγίους Σαράντα και την Πρεμετή. Η Κορυτσά, από μια ακατανόητη ενέργεια του Συνταγματάρχη Αλέξανδρου Κοντούλη εγκαταλείφθηκε από τα ελληνικά στρατεύματα στο έλεος των Αλβανών. Ο Ζωγράφος είχε διαμηνύσει ότι κάθε προσπάθεια της αλβανικής Χωροφυλακής να περάσει τα σύνορα της Β. Ηπείρου, θα αντιμετωπιζόταν με τα όπλα, καθώς ήταν εχθρική ενέργεια.

Οι σφοδρές συγκρούσεις Βορειοηπειρωτών και Αλβανών, που καθοδηγούνταν από Ολλανδούς και Ιταλούς αξιωματικούς.
Στις 13/2/1914 είχε επιδοθεί τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων στον Ελευθέριο Βενιζέλο, με το οποίο γινόταν σαφές, ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να ασκήσει κυριαρχία στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (πλην Ίμβρου, Τενέδου και Καστελλόριζου που δεν είχε περάσει σε ιταλικά χέρια όπως τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, αλλά, έχοντας απαλλαγεί από την οθωμανική φρουρά, διατηρούσε ένα ιδιότυπο καθεστώς αυτονομίας), μόνο εάν εγκατέλειπε τη Βόρειο Ήπειρο. Ο Βενιζέλος δέχτηκε και συμφωνήθηκε τα ελληνικά στρατεύματα να εγκαταλείψουν τα εδάφη που είχαν με αίμα καταλάβει, από την 1η ως την 31η Μαρτίου 1914, τμηματικά. Ίμβρος, Τένεδος και Καστελλόριζο, θα δίνονταν στην Τουρκία.

Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλαιότερα άρθρα μας, οι Βορειοηπειρώτες αρνήθηκαν να δεχτούν τα τετελεσμένα αυτά γεγονότα και αποφάσισαν να αντισταθούν έχοντας τη βοήθεια, για μια ακόμα φορά, Κρητικών και Μανιατών εθελοντών, αλλά και στρατιωτικών και απλών Ελλήνων πολιτών, που μπροστά στην κατάφωρη αδικία έσπευσαν να τους βοηθήσουν.
Καθώς ο Ελληνικός Στρατός άρχισε να αποχωρεί, οι Αλβανοί, υπό την καθοδήγηση Ολλανδών και Ιταλών αξιωματικών προσπάθησαν να καταλάβουν τα εδάφη που εκκενώνονταν. Μάλλον όμως ένιωσαν έντονη έκπληξη, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με βορειοηπειρωτικά ένοπλα σώματα, τους «Ιερούς Λόχους»… Κατά μια απίστευτη σύμπτωση ένα από τα πρώτα χωριά που δέχτηκαν επίθεση, ήταν το Βουνό, που βρίσκεται 8 χλμ. ΒΔ της Χιμάρας και από το οποίο καταγόταν η μητέρα του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα! Είναι (και ήταν) ένα αμιγώς ελληνικό χωριό.
Οι Βουνιώτες αιφνιδιάστηκαν αρχικά, σύντομα όμως πέρασαν στην αντεπίθεση και απώθησαν τους Αλβανούς. Στη μάχη διακρίθηκαν ιδιαίτερα ο Δημήτρης Σπύρου και ο Νάκος Λέκκας (προφανώς από κάποιο παρόμοιο ονοματεπώνυμο προγόνου της μητέρας του Ράμα, προήλθε το επώνυμο Κολέκα, με αποβολή του «σ»). Σημαντικότατη ήταν και η βοήθεια των γυναικών του χωριού, με μπροστάρισσα την Ευλαμπία Π. Σπύρου, που πήραν τα όπλα και πολέμησαν τους Αλβανούς. Η πανωλεθρία των Αλβανών στο Βουνό ήταν μία από τις βασικές αιτίες που ο εκπρόσωπος της αλβανικής κυβέρνησης, Ολλανδός (!) Ταγματάρχης Θόμφον ζήτησε να συναντηθεί με τον Υπουργό Εξωτερικών της Β. Ηπείρου Καραπάνο, που ζήτησε αυτονομία. Οι Αλβανοί (βλ. Ιταλοί) αρνήθηκαν. Οι συζητήσεις σταμάτησαν και ξανάρχισαν οι συγκρούσεις.

Νέο θέατρο μαχών ήταν η περιοχή του Τεπελενίου, ιδιαίτερα τα χωριά Κόδρα και Λέκλη, νότια της πόλης. Παρά την αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων και τις οχυρές θέσεις που κατείχαν, οι Βορειοηπειρώτες με σφοδρή επίθεση το πρωί της 15/3/1914 ανακατέλαβαν την Κλεισούρα και τη γύρω περιοχή. Είχαν προηγηθεί σφοδρές συγκρούσεις κοντά στην Κόδρα, στις 6 και 7 Μαρτίου 1914, στις οποίες οι Βορειοηπειρώτες διέλυσαν τους Αλβανούς και τους εκδίωξαν προς τον Βορρά. Τις επιχειρήσεις συντόνιζε αυτοπροσώπως ο Συνταγματάρχης Δούλης, Υπουργός Στρατιωτικών, γεννημένος στη Νίβιτσα της Δρόπολης.
Στις 09/4/1914, 1.500 Αλβανοί επιτέθηκαν στο χωριό Πύλιουρη, ανατολικά της Χιμάρας. Υπέστησαν νέα πανωλεθρία. Πολλοί σκοτώθηκαν, ενώ αρκετοί αιχμαλωτίστηκαν. Το ίδιο χρονικό διάστημα, σφοδρές συγκρούσεις σημειώθηκαν στην περιοχή ανάμεσα στον ποταμό Δρίνο και στο χωριό Κουρβελέσι. Τα βορειοηπειρωτικά στρατεύματα απώθησαν τους Αλβανούς και απελευθέρωσαν το χωριό Πιτσαρή που βρίσκεται ΒΔ του Αργυροκάστρου.
Οι Αλβανοί συνέχισαν τις προσπάθειες να καταλάβουν εδάφη της Βορείου Ηπείρου. Στις 12/4/1914 επιχείρησαν έφοδο εναντίον του χωριού Παλιάσα, 21 χλμ ΒΔ της Χιμάρας, αλλά αποκρούστηκαν. Και όταν άρχισαν οι βολές από το πυροβολικό του αρχηγείου της Χιμάρας υποχώρησαν άτακτα προς τον αυχένα της Λογαράς. Εκεί έπεσαν σε ενέδρα του αποσπάσματος των οπλαρχηγών Παπαγιαννάκη και Γαλέρου από το οποίο και εξοντώθηκαν, ενώ όσοι επέζησαν συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.
Μετά τις αποτυχίες τους αυτές, οι Αλβανοί με υπόδειξη των Ολλανδών και Ιταλών αξιωματικών τους αποφάσισαν να διακόψουν κάθε επικοινωνία των Βορειοηπειρωτών μεταξύ Χιμάρας και Αγίων Σαράντα καταλαμβάνοντας το αρχαίο φρούριο του Μπούσι, 38 χλμ. ΒΔ της πόλης αυτής. Στις 18/4/1914 οι Αλβανοί κατέλαβαν το φρούριο, καθώς το υπερασπίζονταν λίγοι Βορειοηπειρώτες. Δεν μπόρεσαν να το κρατήσουν όμως για πολύ, γιατί στις 8/6/1914 δυνάμεις του Αυτονομιακού Στρατού της Βορείου Ηπείρου, με επικεφαλής τον Λοχαγό Βλάσιο και τον Ανθυπολοχαγό Μουρελάτο το ανακατέλαβαν και αποκατέστησαν πλήρως την επικοινωνία μεταξύ Χιμάρας και Αγίων Σαράντα.
Η μάχη στη Μονή Τσέπου που έκρινε τον αγώνα των Βορειοηπειρωτών - Οι Αλβανοί ζητούν συνθηκολόγηση
Ανάμεσα στο Γαρδίκι και το Πιτσάριο βρίσκεται η ιστορική μονή Τσέπου. Εκεί έγιναν λυσσώδεις μάχες. Η περιοχή βρίσκεται ΒΔ του Αργυροκάστρου. Η συντριβή των Αλβανών στις συγκρούσεις αυτές ήταν καθοριστική για το Αργυρόκαστρο και ουσιαστικά έκρινε την τύχη του αυτονομιακού αγώνα. Οι Αλβανοί κινήθηκαν, μετά το βατερλό τους, προς βορρά. Σκληρές συγκρούσεις έγιναν και στην Κολώνια, ιδιαίτερα στην περιοχή της πρωτεύουσάς της, Ερσέκα, που είχε παραδοθεί από τον Κοντούλη στους Αλβανούς. Οι τελευταίοι κατέλαβαν στρατηγικά σημεία και παρά την παρουσία Ολλανδών και Ιταλών αξιωματικών προέβησαν σε ακατονόμαστες πράξεις εναντίον των Βορειοηπειρωτών.
Στα τέλη Μαρτίου 1914 ήρθαν νέες ενισχύσεις από την Κρήτη (2 Σώματα) και την Αιτωλοακαρνανία (ένα Σώμα) που ενίσχυσαν τον Γενικό Αρχηγό της περιοχής της Κολωνίας Νικόλαο Τσίπουρα. Στις 23/4/1914 σώμα της αλβανικής Χωροφυλακής, με Ολλανδούς αξιωματικούς επιτέθηκε εναντίον των ελληνικών δυνάμεων ενισχυόμενο από άνδρες του Αλβανού αρχιλήσταρχου Sali Butka. Οι Αλβανοί αποκρούστηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Κατά την αποχώρηση τους δεν παρέλειψαν να προβούν στις γνωστές τους βαρβαρότητες: δολοφονίες, βιασμούς, αρπαγές, λεηλασίες κ.ά. Ανάμεσα στα θύματά τους ήταν ο πρόεδρος του χωριού Στίκα (βόρεια της Ερσέκας), ο γιος και ο γαμπρός του. Ο Sali Butka ήταν αυτός που το 1916 κατέστρεψε την ιστορική Μοσχόπολη, την «Αθήνα της τουρκοκρατίας» (είχε προηγηθεί η πρώτη καταστροφή, πάλι από Αλβανούς, την εποχή των Ορλοφικών) λέγοντας με θράσος, ότι τα εδάφη αυτά είναι αλβανικά! Με τη Μοσχόπολη θα ασχοληθούμε εκτενέστερα σύντομα.
Ακολούθως, μετά από συγκρούσεις που διήρκεσαν τρεις ημέρες, οι Έλληνες απελευθέρωσαν ολόκληρη την περιοχή της Κολώνιας, μεταξύ Παναριτίου και Μπιθικουκίου. Οι Αλβανοί έχασαν 500 άνδρες και τον αρχηγό τους Naui bey Starjia. Στην Κορυτσά, μετά την εγκατάλειψή της από τον Ελληνικό Στρατό, οι Αλβανοί μπήκαν στην πόλη και προέβησαν σε πογκρόμ σε βάρος των Βορειοηπειρωτών. Η πόλη απελευθερώθηκε για λίγες μέρες, 20-24/3/1914, από τους οπλαρχηγούς Σούλιο και Σαμαρά, ανακαταλήφθηκε από τους Αλβανούς και ελευθερώθηκε, όπως και όλη η Βόρεια Ήπειρος από τον Ελληνικό Στρατό λίγους μήνες αργότερα.

Οι Αλβανοί, παρά την παρουσία Ιταλών και Ολλανδών έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους Βορειοηπειρώτες. Απευθύνθηκαν στους πάτρωνές τους, την Επιτροπή Διεθνούς Ελέγχου και ζήτησαν να προβούν σε παραχωρήσεις, με τον όρο της διακοπής των εχθροπραξιών. Ο Γεώργιος Ζωγράφος αποδέχτηκε την πρόταση. Έτσι οδηγηθήκαμε στις διαπραγματεύσεις και στο Πρωτόκολλο της Κέρκυρας (4/17 Μαΐου 1914), το οποίο μεταξύ άλλων προέβλεπε πλήρη αυτονομία για τη Βόρειο Ήπειρο, που δεν εφαρμόστηκε ποτέ...Ο μόνος που αρνήθηκε να το υπογράψει, σκεπτόμενος σοφά ήταν ο Χιμαριώτης Σπυρομήλιος.

Χάος στην Αλβανία - Ο Ελληνικός Στρατός απελευθερώνει για δεύτερη φορά τη Βόρειο Ήπειρο
Στο μεταξύ, στην Αλβανία επικρατούσε χάος, καθώς οι περισσότεροι Αλβανοί είχαν τουρκική εθνική συνείδηση. Ο Ισμαήλ Κεμάλο πρώτος πρωθυπουργός της Αλβανίας και άλλοι πρότειναν να εκλεγεί βασιλιάς της Αλβανίας ένας (Τούρκος) αξιωματικός του τουρκικού στρατού (!), ο Μπ. Γκρεμπενέ. Η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου απέρριψε το αίτημα και διόρισε βασιλιά της Αλβανίας, τον Γερμανό αξιωματικό, πρίγκιπα Wilhelm Wield, ο οποίος επιβαίνοντας σε ένα αυστριακό πολεμικό πλοίο αποβιβάστηκε στο Δυρράχιο. Στο μεταξύ, στην Αλβανία είχαν δημιουργηθεί δύο κυβερνήσεις. Μία υπό τον Ισμαήλ Κεμάλ, με έδρα την Αυλώνα και η δεύτερη, υπό τον Esad Pasha Toptani στο Δυρράχιο.

Ο Toptani επιβλήθηκε του Κεμάλ. Όταν ο Wied αποβιβάστηκε στο Δυρράχιο, με συστάσεις των Ευρωπαίων διόρισε πρωθυπουργό τον αξιωματικό του τουρκικού στρατού, Τούρκο Turhan Pasha, καταγόμενο από τη Θεσσαλία. Το Υπουργείο Στρατιωτικών ανέλαβε ο Toptani, ο οποίος δύο μήνες αργότερα επιχείρησε να ανατρέψει τον Wied. Αυτός σώθηκε χάρη σε αυστριακά αγήματα που συνέλαβαν τον Toptani και τη φρουρά του και τον έστειλαν στη Νεάπολη της Ιταλίας. Στις 28/5/1914 ο Wied σχημάτισε νέα κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον ίδιο και Υπουργό Στρατιωτικών του Adif Pasho Elbasqhi. Ο Wied φοβούμενος για τη ζωή του εγκαταστάθηκε στο ιταλικό πλοίο «Mizurata» που είχε αγκυροβολήσει στο λιμάνι του Δυρραχίου και σπάνια έβγαινε στην ξηρά! Πρόκειται για μια κωμική κατάσταση, με έναν πλωτό - αμφίβιο βασιλιά ενός τεχνητού κράτους. Το να κατηγορούν κάποιοι Αλβανοί την Ελλάδα 110 και πλέον χρόνια μετά τα γεγονότα αυτά, ως τεχνητό κράτος δημιούργημα των Αγγλοσαξώνων είναι ανιστόρητο και προκλητικό. Όταν κάποιος έχει τέτοια φαιδρή «ιστορία», καλύτερο είναι να σιωπά...
Οι διαφορές αλβανικές φατρίες υπονόμευαν τον Wied. Μόνη τους επιθυμία ήταν ο διορισμός Τούρκου ηγεμόνα. Στις 14/6/1914 οι φατρίες που ελέγχονταν από τους Τούρκους ξεσηκώθηκαν και επαναστάτησαν. Παράλληλα ανακοίνωσαν στις Μεγάλες Δυνάμεις ότι θα εκλέξουν Τούρκο ηγεμόνα και ύψωσαν στην Αυλώνα, τη Σκόδρα και άλλου, τουρκικές σημαίες! Ακολούθησαν σφοδρές συγκρούσεις ανάμεσα στα άτακτα αυτά στίφη, από στελέχη του παλιού Οθωμανικού Στρατού και δυνάμεις της νεοσύστατης αλβανικής Χωροφυλακής. Στη διάρκειά τους σκοτώθηκε ο επικεφαλής της ολλανδικής στρατιωτικής δύναμης Συνταγματάρχης Thompson. Ο Wied αναχώρησε οριστικά από την Αλβανία στις 3/9/1914. Στις 17/9/1914 επέστρεψε στη χώρα ο Toptani που ανακηρύχθηκε πρόεδρος ενός ανύπαρκτου κράτους... Στο μεταξύ ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι Μεγάλες Δυνάμεις βλέποντας το χάος στην Αλβανία έδωσαν τη συγκατάθεσή τους στην Ελλάδα (επρόκειτο ουσιαστικά για εντολή, από τους ίδιους που οκτώ μήνες νωρίτερα διέταζαν τη χώρα μας να κάνει ακριβώς το αντίθετο) να ανακαταλάβει, ελευθερώσει στην πραγματικότητα, τη Βόρειο Ήπειρο.

Η χώρα μας, για μια ακόμα φορά πειθάρχησε. Από τις 13/10/1914 ως την 1/11/1914, η 8η και η 9η Μεραρχία κατέλαβαν μεγάλο μέρος της Βορείου Ηπείρου όπως βλέπετε στον χάρτη. Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο, Κορυτσά, Ερσέκα, Μοσχόπολη, Πρεμετή, Χιμάρα, Τεπελένι, Δέλβινο κ.ά. απελευθερώθηκαν, μέσα σε ντελίριο ενθουσιασμού των κατοίκων τους, που πανηγύριζαν και έβαζαν στα σπίτια τους ελληνικές σημαίες, αλλά και σημαίες της Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου. Τα ελληνικά σύνορα πλέον στα βορειοδυτικά ξεκινούσαν από τον Όρμο Γράμματα, βόρεια της Χιμάρας και έφταναν, περίπου στο Πόγραδετς, στη λίμνη Αχρίδα. Οι Ιταλοί έθεσαν βέτο για την Αυλώνα την οποία και κατέλαβαν, όπως και τη Σάσωνα, η οποία είχε δοθεί με νόμο της κυβέρνησης Βενιζέλου, τον Μάιο του 1914 στην Αλβανία. Το 1915, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είπε στη Βουλή, ότι μόνο αν γίνονταν κολοσσιαία λάθη θα χανόταν η Βόρεια Ήπειρος. Δυστυχώς, τα λάθη αυτά έγιναν και η Βόρεια Ήπειρος δόθηκε στην Αλβανία. Ποιοι και γιατί τα έκαναν; Θα το εξετάσουμε σε επόμενο άρθρο. Προς το παρόν, ας δούμε το τραγικό τέλος δύο Μανιατών στη Βόρειο Ήπειρο και το απίστευτο θάρρος (ή και θράσος...) ενός από αυτούς, μπροστά στους εκτελεστές του...

Το Βεράτιο (Μπεράτι) και ο Λοχαγός Λεοντοκιανάκος
Όπως βλέπετε στον χάρτη, το Βεράτιο (Μπεράτι) ήταν έξω από τα όρια των περιοχών που καταλήφθηκαν. Ωστόσο, οι βορειοηπειρωτικές δυνάμεις προχώρησαν, κατέλαβαν το χωριό Οστρόβιτσα και τα στενά της Κλεισούρας Κατευθυνόμενος προς την Μπάτσκα εντόπισε τις σορούς πολλών Ελλήνων που είχαν δολοφονηθεί από αλβανικές συμμορίες. Στις 14/9, ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε το Μπεράτι. Η αλβανική Χωροφυλακή έφυγε άρον άρον για το Δυρράχιο, ενώ 50 Τουρκαλβανοί οι οποίοι στρατωνίζονταν στην πόλη παραδόθηκαν στον Υπολοχαγό Καπετάν - Φοβέρα που διέθετε μόλις 8 άνδρες. Μαζί με 150 άνδρες του Λοχαγού Αντώνιου Λεοντοκιανάκου, υποχρέωσαν τον Αλβανό διοικητή της πόλης να «παραχωρήσει ευχαρίστως», άνευ όρων το Μπεράτι. Όπως γράφει ο Δρ. Ιωάννης Παπαφλωράτος, μεταφραστής των Ελλήνων ήταν ο γιατρός Ιωάννης Καγιάννας. Οι Έλληνες και οι Χριστιανοί του Βερατίου υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα και ύψωσαν ελληνικές σημαίες στα σπίτια τους.

Η ενέργεια του Λεοντοκιανάκου έγινε χωρίς να ενημερωθούν οι ανώτεροί του. Έτσι, όταν την επόμενη μέρα, ο πολιτικός και στρατιωτικός Διοικητής της περιοχής Θ. Μαντούβαλος ζήτησε ενισχύσεις, οι Ζωγράφος και Δούλης του απάντησαν ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί άμεσα η πόλη για «ύψιστους εθνικούς λόγους» (προφανώς ήταν εκτός των ορίων που είχαν υποδείξει οι Ευρωπαίοι). Ο Λεοντοκιανάκος δεν υπάκουσε. Με 150 άνδρες και τον υπασπιστή, υπαρχηγό και ξάδερφό του Γ. Στεφανάκο παρέμειναν εκεί. Στις 18 Σεπτεμβρίου δέχτηκαν επίθεση από πλήθος Αλβανών υπό τον Μουσά Κιαζήμ, Συνταγματάρχη του αλβανικού στρατού. Αυτός, παράκουσε τις διαταγές του Εσάτ πασά που είχε συνεννοηθεί με τον Ελληνικό Στρατό να μην δώσει μάχη στο Μπεράτι και συγκρούστηκε με τις δυνάμεις του Λεοντοκιανάκου. Σχεδόν όλοι οι Έλληνες σκοτώθηκαν, ενώ μερικοί αιχμαλωτίστηκαν. Λεοντοκιανάκος και Στεφανάκος συνελήφθησαν και αφού ανακρίθηκαν οδηγήθηκαν στο διοικητήριο του Βερατίου.

Στη διαδρομή, οι Αλβανοί του Βερατίου τους έφτυναν… Μπροστά στο Διοικητήριο υπήρχαν δύο δέντρα. Κάτω απ’ αυτά, οι Αλβανοί είχαν τοποθετήσει ένα κάθισμα και απέναντί του ένα πολυβόλο. Ο Στεφανάκος διατάχθηκε να καθίσει. Οι ριπές του πολυβόλου τον θέρισαν. Ακολούθησε ο Λεοντοκιανάκος. Φίλησε τον νεκρό ξάδερφό του και τον τοποθέτησε στο έδαφος. Κάθισε, με το ένα πόδι πάνω στο άλλο και κάπνιζε! Έκπληκτοι ο Κιαζήμ και ο μουφτής του Δυρραχίου Χατζή Καϊμήλ παρακολουθούσαν τον ατάραχο Μανιάτη. Ο Κιαζήμ του είπε: «Φώναξε, ζήτω η Αλβανία και θα σου χαρίσω τη ζωή». Ο Λεοντοκιανάκος απάντησε: «Είστε άτιμοι και εσείς και η Αλβανία. Ζήτω η Ελλάς». Έξαλλος ο Κιαζήμ διέταξε να εκτελέσουν τον Μανιάτη, που συνέχιζε να καπνίζει! Αν και ρίχτηκαν προς το μέρος του είκοσι σφαίρες, ο Λεοντοκιανάκος δεν πέθανε, καθώς δεν είχε χτυπηθεί καίρια!
Συνέχισε μάλιστα να βρίζει τους Αλβανούς. Εκτός εαυτού, ο Κιαζήμ έβγαλε το περίστροφό του και του έριξε πέντε σφαίρες στο κεφάλι, σχεδόν εξ επαφής, ενώ ένας άλλος Αλβανός με κάμα (δίκοπο, αμφίστομο μαχαίρι) τον χτύπησε στο πίσω μέρος του λαιμού… Αυτό ήταν το τέλος ενός ακόμα Έλληνα που πέθανε σαν ήρωας…
Ο Κιαζήμ και ο Καϊμήλ δεν μακροημέρευσαν. Κήρυξαν έκπτωτο τον Εσάτ και αυτονομία! Πού άραγε; Στο Βεράτιο; Ο Εσάτ τους καταδίωξε. Για να γλιτώσουν κατέφυγαν σε σέρβικο έδαφος. Οι Σέρβοι όμως τους συνέλαβαν και τους παρέδωσαν στον Εσάτ. Αυτός τους κρέμασε μπροστά σε όσους είχαν αιχμαλωτίσει στο Βεράτιο… (Περισσότερα, στο βιβλίο του Περικλή Σπ. Δρέλλια, «Βορειοηπειρώτικος αγών, 1914-1915, κατάληψις Βερατίου», Αθήνα 1990.

Επίλογος
Κλείνουμε το άρθρο, με όσα έγραψε ο Γάλλος πρωθυπουργός (1906-1909 και 1917-1920) Κλεμανσό, στην εφημερίδα «Ελεύθερος Άνθρωπος» του Παρισιού, μόλις έμαθε την απόδοση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία: «Ιδού 350.000 αληθινοί Έλληνες διανεμόμενοι εις χωρία, των οποίων και μόνο τα ονόματα δηλούν την Ελληνικήν καταγωγήν. Κατόρθωσαν να κρατήσουν την εθνικότητά των εναντίον των Τούρκων, και όταν έφθασαν τα ελληνικά στρατεύματα, προς απελευθέρωσίν των εκ του Οθωμανικού ζυγού, τους είπον και τους επανέλαβαν ότι τώρα ήτο οριστική η αποκατάστασίς των εις την πατρίδα. Διότι αρχικώς θέμα της κυβερνήσεως των Αθηνών και της Διπλωματίας της ήτο η επιστροφή ολοκλήρου της Ηπείρου στην Ελλάδα. Και ξαφνικά, χωρίς καμίαν προπαρασκευήν, χωρίς να λάβουν δια τους δυστυχείς αυτούς πληθυσμούς καμίαν εγγύησιν… καληνύχτα σας, αγαπητοί συμπατριώται και καλήν τύχην με τους ληστάς Αλβανούς!!!». Τα λόγια αυτά του Κλεμανσό, τα έχουμε ξαναγράψει. Δυστυχώς, στο κρίσιμο χρονικό διάστημα για τη Βόρειο Ήπειρο, ο σπουδαίος αυτός πολιτικός, δεν ήταν πρωθυπουργός της χώρας του…

Πηγές: ΒΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, «ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ», η συνεχιζόμενη εθνική τραγωδία», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΗΓΑ
Δρ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, «Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ», Α’ Έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ, 2018.
«ΗΠΕΙΡΟΣ 4.000 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ», ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε., 1997
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
Ανθεκτικό σε σύγχρονα αντιβιοτικά βακτήριο βρέθηκε σε αρχαία σπηλιά πάγου
17 Φεβρουαρίου 2026
ΣΧΟΛΙΑ