close search results icon

Χάος στη Μέση Ανατολή 5 μήνες από την έναρξη του πολέμου: Το στριμωγμένο Ιράν ανεβάζει τον... λογαριασμό, οι ΗΠΑ χάνουν τον έλεγχο της επόμενης ημέρας

Χάος στη Μέση Ανατολή 5 μήνες από την έναρξη του πολέμου: Το στριμωγμένο Ιράν ανεβάζει τον... λογαριασμό, οι ΗΠΑ χάνουν τον έλεγχο της επόμενης ημέρας

Πέντε μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα πρόβλημα πολύ διαφορετικό από εκείνο που πίστευε ότι θα είχε, όταν στις 28 Φεβρουαρίου οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν τεράστια στρατιωτική καταστροφή στο Ιράν. Εκείνο που δεν έχουν καταφέρει να βρουν είναι ένας τρόπος να τελειώσουν τον πόλεμο με όρους που να μπορούν να παρουσιαστούν ως καθαρή αμερικανική νίκη. Η τελευταία εβδομάδα αποκάλυψε αυτή την αντίφαση ίσως πιο καθαρά από οποιαδήποτε προηγούμενη περίοδο της σύγκρουσης.

Ο Τραμπ απείλησε ξανά με μαζικά πλήγματα. Στη συνέχεια τα ανέβαλε. Υποστήριξε ότι οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν προχωρούν καλά. Η Τεχεράνη αμφισβήτησε ακόμη και το κατά πόσο υπάρχουν απευθείας συνομιλίες. Την ίδια ώρα, η πραγματική διαπραγμάτευση μεταφέρθηκε εκεί όπου το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει το σημαντικότερο ασύμμετρο όπλο του: στα Στενά του Ορμούζ. Και κάπως έτσι ένας πόλεμος που ξεκίνησε με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν στο επίκεντρο έχει φτάσει στο σημείο όπου η Ουάσινγκτον πρέπει πρώτα να λύσει το πρόβλημα της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο για να μπορέσει να επιστρέψει στο πυρηνικό.

Η επίθεση που δεν έγινε

Η περασμένη εβδομάδα άρχισε με την περιοχή να βρίσκεται ξανά στα όρια μιας μεγάλης κλιμάκωσης. Ο Τραμπ επί μέρες προειδοποιούσε ότι οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να εξαπολύσουν νέα επίθεση εναντίον του Ιράν. Το βράδυ του περασμένου Σαββάτου ανακοίνωσε όμως ότι θα την ανέβαλε, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσε να υπάρξει γρήγορα συμφωνία για την «άμεση, πλήρη και ολική» επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και για τον τερματισμό αυτού που ο ίδιος αποκαλεί «ιρανική πυρηνική απειλή». Δεν ήταν μια απόφαση που ελήφθη στο κενό.

Λίγο πριν, ο Τραμπ είχε συνομιλήσει με τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Ο Σαουδάραβας διάδοχος τόνισε την ανάγκη αποκλιμάκωσης και επιστροφής στον διάλογο. Αμερικανικές πηγές έχουν επίσης επισημάνει ότι η πίεση των κρατών του Κόλπου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση να μην πραγματοποιηθεί άλλη μία μεγάλη επιχείρηση. Η εξήγηση είναι απλή. Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μπορεί να αποτελούν στενούς εταίρους της Ουάσινγκτον, αλλά βρίσκονται σε απόσταση λίγων λεπτών από τους ιρανικούς πυραύλους, και αυτό έχει πλέον αποδειχθεί και στην πράξη... Δεν υπερασπίζονται το Ιράν, υπερασπίζονται τις δικές τους πόλεις, τα διυλιστήρια, τις εγκαταστάσεις αφαλάτωσης, τα λιμάνια και τις πετρελαϊκές υποδομές τους. Και αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες μεταβολές που έχει προκαλέσει ο πόλεμος: κράτη που επί χρόνια ζητούσαν σκληρότερη αμερικανική στάση απέναντι στην Τεχεράνη βρίσκονται τώρα στην παράδοξη θέση να προσπαθούν να συγκρατήσουν τον Λευκό Οίκο.

Ακολούθησε μία εβδομάδα στην οποία Ουάσινγκτον και Τεχεράνη έμοιαζαν αρκετές φορές να περιγράφουν δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Ο Τραμπ δήλωσε ότι την Τρίτη πραγματοποιήθηκε «ολοήμερη διαπραγμάτευση» με το Ιράν και ότι οι συνομιλίες ήταν «πολύ καλές». Προειδοποίησε όμως ταυτόχρονα ότι, αν η Τεχεράνη υπαναχωρήσει, «θα χτυπηθεί πολύ σκληρά». Από την πλευρά του, το Κατάρ μίλησε για πρόοδο των μεσολαβητικών προσπαθειών, ενώ η ιρανική πλευρά αμφισβήτησε την αμερικανική περιγραφή περί απευθείας διαπραγματεύσεων. Οι δύο πλευρές προσπαθούν να διαμορφώσουν από τώρα την εικόνα τού ποιος αναγκάστηκε τελικά να καθίσει στο τραπέζι. Ο Τραμπ χρειάζεται να δείξει ότι η στρατιωτική πίεση ανάγκασε το Ιράν να διαπραγματευτεί. Η Τεχεράνη χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο: να εμφανίσει οποιαδήποτε συμφωνία ως αποτέλεσμα της αντοχής της και όχι ως προϊόν αμερικανικού εξαναγκασμού. Πίσω όμως από αυτή τη μάχη εντυπώσεων διεξάγεται μια πολύ πιο συγκεκριμένη διαπραγμάτευση με τη μεσολάβηση του Ομάν. Και το αντικείμενό της, φυσικά, είναι τα Στενά του Ορμούζ.

Τι ζητά το Ιράν

Οι πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν αυτή την εβδομάδα για τους όρους που συζητούν Ιράν και Ομάν είναι ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της εξίσωσης. Το υπό συζήτηση σχέδιο προβλέπει ότι το Ιράν θα αποκτήσει έλεγχο της εισερχόμενης ναυσιπλοΐας προς τον Περσικό Κόλπο και θα έχει εικόνα της εξερχόμενης κίνησης, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες για τον ακριβή μηχανισμό εποπτείας και τη διέλευση των πλοίων. Πριν από τον πόλεμο τέτοιος επίσημος ιρανικός έλεγχος δεν υπήρχε. Αυτό δημιουργεί ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα για τον Λευκό Οίκο. Αν ο Τραμπ αποδεχτεί μια συμφωνία που αναγνωρίζει στην Τεχεράνη αρμοδιότητες τις οποίες δεν διέθετε πριν από τις 28 Φεβρουαρίου, τότε το Ιράν θα μπορεί να ισχυριστεί ότι μετά από πέντε μήνες αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων απέκτησε τελικά μεγαλύτερη επιρροή πάνω στη σημαντικότερη ενεργειακή θαλάσσια αρτηρία του κόσμου. Αν δεν την αποδεχτεί, τα Στενά επί της ουσίας θα είναι κλειστά.

Το ίδιο αδιέξοδο υπάρχει και στο ζήτημα των τελών διέλευσης. Η Τεχεράνη έχει επιδιώξει χρεώσεις της τάξης του 5%-7% επί της αξίας των φορτίων, ενώ το Ομάν έχει συζητήσει χαμηλότερη επιβάρυνση. Οι ΗΠΑ απορρίπτουν την ιδέα των τελών. Ταυτόχρονα όμως οι αμερικανικές κυρώσεις και οι όροι των ασφαλιστικών εταιρειών καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη ακόμη και την πρακτική εφαρμογή ενός τέτοιου μηχανισμού. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν αύριο υπάρξει πολιτική συμφωνία, δεν σημαίνει ότι μεθαύριο τα δεξαμενόπλοια θα επιστρέψουν μαζικά στα Στενά.

Οι πραγματικοί αριθμοί είναι ίσως περισσότερο αποκαλυπτικοί από τις δηλώσεις των κυβερνήσεων. Από τη Δευτέρα έως την Πέμπτη πέρασαν από τα Στενά μόλις 33 πλοία, έναντι 50 το αντίστοιχο διάστημα της προηγούμενης εβδομάδας. Μόλις έξι δεξαμενόπλοια αργού πετρελαίου εξήλθαν από τον Περσικό Κόλπο. Πριν από τον πόλεμο περίπου 130-140 πλοία περνούσαν από το Ορμούζ μέσα σε μία εβδομάδα. Αυτό είναι και το πραγματικό ασύμμετρο πλεονέκτημα του Ιράν. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να νικήσει τον αμερικανικό στόλο, ούτε καν να εμποδίσει κάθε πλοίο. Χρειάζεται να δημιουργήσει αρκετή αβεβαιότητα ώστε ένας πλοιοκτήτης, ένας ασφαλιστής ή ένας έμπορος πετρελαίου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ρίσκο είναι μεγαλύτερο από το κέρδος.

Η Τεχεράνη βάζει όλο τον Κόλπο στο τραπέζι

Το Ιράν επιχείρησε την προηγούμενη εβδομάδα να αυξήσει ακόμη περισσότερο το κόστος μιας νέας αμερικανικής επίθεσης. Ο Αμπάς Αραγτσί επικοινώνησε με τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία, το Κατάρ και την πακιστανική ηγεσία μεταφέροντας μια σαφή προειδοποίηση: αν οι ΗΠΑ εξαπολύσουν νέα πλήγματα εναντίον κρίσιμων ιρανικών υποδομών, η απάντηση μπορεί να περιλαμβάνει πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια, δίκτυα ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, μεταφορικές υποδομές και άλλους στρατηγικούς στόχους στις χώρες του Κόλπου.

Το μήνυμα της Τεχεράνης προς τις αραβικές κυβερνήσεις είναι ουσιαστικά ότι δεν μπορούν να επιτρέψουν στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν την περιοχή ως βάση για έναν πόλεμο χωρίς να αναλάβουν και οι ίδιες μέρος του κόστους του.

Για το Ιράν αυτή είναι μια λογική στρατηγική. Δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί με την αμερικανική στρατιωτική μηχανή. Μπορεί όμως να καταστήσει το τίμημα της κλιμάκωσης τόσο υψηλό για τους συμμάχους της Ουάσινγκτον ώστε εκείνοι να μετατραπούν σε παράγοντες πίεσης στον Λευκό Οίκο.

Η συμφωνία της Μέκκας

Μέσα σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον πρέπει να διαβαστεί και η τριμερής αμυντική συμφωνία που υπέγραψαν την περασμένη Παρασκευή στη Μέκκα η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν.

Οι τρεις χώρες δεσμεύτηκαν ότι ένοπλη επίθεση εναντίον μιας από αυτές θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών. Η συμφωνία ενώνει σε έναν νέο μηχανισμό συλλογικής αποτροπής τη σημαντικότερη αραβική οικονομική δύναμη, τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ και τη μοναδική πυρηνική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου. Οι διαπραγματεύσεις είχαν αρχίσει σχεδόν πριν από έναν χρόνο, άρα δεν πρόκειται για μια συμμαχία που δημιουργήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες εξαιτίας του πολέμου. Το timing της ολοκλήρωσής της όμως κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι.

Θα ήταν λάθος να χαρακτηριστεί η συμφωνία αντιαμερικανική. Και οι τρεις χώρες διατηρούν σημαντικές σχέσεις ασφάλειας με τις ΗΠΑ, ενώ η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ. Είναι όμως εξίσου δύσκολο να αποσυνδεθεί η συμφωνία από το αίσθημα ανασφάλειας που έχει δημιουργηθεί στην περιοχή. Η Σαουδική Αραβία βλέπει πλέον ότι ο παραδοσιακός εγγυητής της ασφάλειάς της μπορεί ταυτόχρονα, μέσα από τις δικές του πολεμικές επιλογές, να προκαλέσει μια αλυσιδωτή αντίδραση που βάζει στο στόχαστρο τις πετρελαϊκές της εγκαταστάσεις και όλο το αναπτυξιακό της σχέδιο. Το Reuters επισημαίνει μάλιστα ότι οι αλλεπάλληλες περιφερειακές συγκρούσεις έχουν γεννήσει στο Ριάντ σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία της αμερικανικής ομπρέλας ασφάλειας.

Η Συμφωνία της Μέκκας μπορεί να διαβαστεί ως ένα νέο περιφερειακό ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Οχι ως ρήξη με τις ΗΠΑ, αλλά ως προσπάθεια σημαντικών δυνάμεων της περιοχής να μη βασίζονται πλέον αποκλειστικά στην Ουάσινγκτον ούτε για την προστασία τους ούτε για τη διαχείριση της αστάθειας.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες του πολέμου: η αμερικανική επέμβαση που είχε στόχο να αλλάξει προς όφελος της Ουάσινγκτον την ισορροπία ασφάλειας στη Μέση Ανατολή μπορεί να επιταχύνει τη δημιουργία μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής στην οποία οι ίδιες οι χώρες της περιοχής να επιδιώκουν να εξαρτώνται λιγότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αδειάζουν οι αποθήκες

Στο στρατιωτικό επίπεδο, αυτή η εβδομάδα που μας πέρασε έφερε στο φως ένα ακόμη πρόβλημα για την Ουάσινγκτον: δεν πρόκειται για έλλειψη στρατιωτικής ισχύος. Οι ΗΠΑ παραμένουν μακράν ισχυρότερες του Ιράν. Πρόκειται για το κόστος της διατήρησης αυτής της ισχύος επί μήνες.

Σύμφωνα με στοιχεία που αποκάλυψε το Reuters, ο αμερικανικός στρατός έχει χρησιμοποιήσει «σχεδόν το σύνολο» των διαθέσιμων πυραύλων ATACMS και Precision Strike Missile στον πόλεμο με το Ιράν. Παράλληλα, έχει καταναλωθεί λίγο λιγότερο από το μισό παγκόσμιο αμερικανικό απόθεμα Tomahawk, σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει τα στοιχεία. Η εικόνα στην αεράμυνα είναι επίσης πιεστική. Το think tank CSIS έχει υπολογίσει ότι από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο χρησιμοποιήθηκε περίπου το 65% των αναχαιτιστών Patriot, ενώ τα διαθέσιμα βλήματα THAAD μειώθηκαν τουλάχιστον κατά 38%. Πηγές του Reuters ανέφεραν ότι οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις συμβαδίζουν με εσωτερικά αμερικανικά δεδομένα.

Ο Τραμπ προσπάθησε αρχικά να υποβαθμίσει το ζήτημα. Την Πέμπτη όμως παραδέχτηκε ότι, ενώ για ορισμένες κατηγορίες πυρομαχικών οι ΗΠΑ διαθέτουν σχεδόν απεριόριστες ποσότητες, για άλλες τα αποθέματα είναι «λίγο πιο στενά». Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι η αμερικανική αμυντική βιομηχανία αυξάνει την παραγωγή Patriot και Tomahawk. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς πόσους πυραύλους χρειάζεται ακόμη ο πόλεμος με το Ιράν. Κάθε Patriot, κάθε Tomahawk και κάθε πύραυλος μεγάλου βεληνεκούς που καταναλώνονται στη Μέση Ανατολή είναι ένα όπλο που δεν είναι πλέον διαθέσιμο σε μια πιθανή κρίση στον Ειρηνικό ή στην Ευρώπη. Επομένως, ο πραγματικός υπολογισμός της Ουάσινγκτον δεν αφορά μόνο το ερώτημα «μπορούμε να χτυπήσουμε ξανά το Ιράν;». Η απάντηση σε αυτό είναι προφανώς «ναι». Το δυσκολότερο ερώτημα είναι «πόσες φορές ακόμη μπορούμε να το κάνουμε χωρίς να μειώνουμε επικίνδυνα τα αποθέματα που προορίζονται για άλλες, ενδεχομένως μεγαλύτερες, συγκρούσεις;».

Φωτογραφία: Getty images / Ideal image

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑ