close search results icon

Κωνσταντινούπολη: Δεκάδες Τούρκοι πολίτες βαπτίζονται Χριστιανοί Ορθόδοξοι

Η πνευματική προετοιμασία και η διαδικασία της κατήχησης. 

Μια αθόρυβη αλλά σταθερή κοινωνική και θρησκευτική μετατόπιση συντελείται τα τελευταία χρόνια στους κόλπους των ελληνορθόδοξων ναών της Κωνσταντινούπολης. Οι παλαιότεροι ομογενείς τους αποκαλούν «νεοφώτιστους» και δεν αναφέρονται πλέον σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά σε δεκάδες πολίτες της Τουρκίας που, προερχόμενοι από διαφορετικά θρησκευτικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, επιλέγουν να ασπαστούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό.

Η πνευματική προετοιμασία και η διαδικασία της κατήχησης

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Μανώλη Κωστίδη στην Καθημερινή, η μετάβαση αυτή δεν είναι ούτε τυχαία ούτε πρόχειρη. Η Εκκλησία έχει θεσπίσει αυστηρά κριτήρια, ξεκινώντας από την υποβολή αίτησης που εξετάζεται από ειδική επιτροπή. Στόχος είναι η διακρίωση της ειλικρίνειας και της πνευματικής ωριμότητας των ενδιαφερομένων, ώστε η ένταξή τους στην Ορθοδοξία να αποτελεί μια συνειδητή και ελεύθερη επιλογή. Ακολουθεί ένα εντατικό πρόγραμμα κατήχησης, το οποίο μπορεί να διαρκέσει από έξι μήνες έως έναν χρόνο, όπου οι υποψήφιοι μυούνται στη λειτουργική ζωή και την παράδοση, με τελικό προορισμό το μυστήριο του Βαπτίσματος.

Προσωπικές διαδρομές πίστης και εσωτερικής αναζήτησης

Οι προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων αυτών αποκαλύπτουν μια βαθιά εσωτερική αναζήτηση. Ο 45χρονος Σάββας, πρώην μουσουλμάνος που δεν είχε ιδιαίτερη επαφή με τη θρησκεία, βρήκε τον δικό του δρόμο μετά από ένα όνειρο που τον οδήγησε σε μια εκκλησία στον Βόσπορο.

«Μέχρι πριν από οκτώ χρόνια ήμουν μουσουλμάνος, όμως δεν είχα καμία σχέση με τη θρησκεία, ούτε και ιδιαίτερη επαφή με τη χριστιανική πίστη. Μια Παρασκευή βράδυ είδα ένα όνειρο. Ξύπνησα γεμάτος αγωνία και το ανέφερα στη σύζυγό μου. Τότε εκείνη μου είπε πως υπάρχει μια εκκλησία στο Νεοχώρι, στον Βόσπορο, και να πάω να ανάψω ένα κερί. Εκεί γνώρισα τον κύριο Λάκη Βίγκα, που ήταν υπεύθυνος της κοινότητας», εξομολογείται. Παρά τις γραφειοκρατικές δυσκολίες, ο ίδιος βάπτισε και τα παιδιά του, επιλέγοντας να τα αναθρέψει με τις αξίες του Ελληνορθόδοξου πολιτισμού.

Παρόμοια είναι η πορεία του Νικολάου, πρώην Σαχάμπ, ο οποίος περίμενε να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά πριν ακολουθήσει τη βούλησή του. «Το όνομα μου τώρα πια είναι αυτό. Πριν με έλεγαν Σαχάμπ. Κάποιοι από το σόι της γιαγιάς μου είχαν ρίζες από Ρωμιούς, αλλά δεν πήγαιναν συχνά στην εκκλησία. Οταν μεγάλωσα, το ήθελα και αποφάσισα να προχωρήσω για να γίνω χριστιανός. Ημουν μουσουλμάνος, αλλά στα χαρτιά. Τώρα είμαι χαρούμενος. Για να πάρω την απόφαση έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου, να μην εξαρτώμαι από κάποιους και να ζήσω όπως θέλω. Τότε πήγα με δική μου βούληση στην εκκλησία και ζήτησα να με βοηθήσουν. Εκανα δύο χρόνια κατηχητικό. Εχω μαζί μου φίλους από όλη την Τουρκία. Πέντε ημέρες δεν κοιμόμουν από την αγωνία μου και τώρα η χαρά μου είναι μεγάλη».

Από το Ιράν και τη Σμύρνη: Μια νέα ζωή στην Ορθοδοξία

Η τάση αυτή δεν περιορίζεται σε Τούρκους πολίτες, καθώς συναντάμε και ολόκληρες οικογένειες προσφύγων, όπως αυτή του Χριστόφορου και της κόρης του Ανθούσας από το Ιράν. Μετά από μια οδύσσεια διώξεων λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, βρήκαν στην Ορθοδοξία τη δική τους πνευματική ελευθερία. «Είχα μεγάλο άγχος, όμως τώρα είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη και νιώθω μεγάλη ικανοποίηση που έκανα αυτό το βήμα», δηλώνει η Ανθούσα, περιγράφοντας την ένταξή τους στην κοινότητα ως την πραγματοποίηση ενός ονείρου.

Οι νεοφώτιστοι, όπως ο Μάρκος που ήταν πρώην άθεος ή η Ρεβέκκα από τη Σμύρνη, δεν μένουν μόνο στην τυπική αλλαγή θρησκεύματος. Συμμετέχουν ενεργά στην κοινοτική ζωή, σπουδάζουν Θεολογία στη Θεσσαλονίκη, ενώ ορισμένοι επιλέγουν ακόμα και τον μοναχισμό.

Η Ρεβέκκα, προγραμματίστρια στο επάγγελμα, βρήκε παρηγοριά στην πίστη μετά από προσωπικές απώλειες. «Στα 13 μου διάβασα το Ευαγγέλιο. Οι γονείς μου δεν ήταν θρησκευόμενοι. Εκεί γνώρισα την αγάπη. Στα 15-16 μου είχα δει σε εκκλησία διάφορους παπάδες και έλεγα πως θα γίνω χριστιανή. Ο Θεός, ο Χριστός, ήταν πάντα στη ζωή μου. Είχα προβλήματα. Εχασα τον σύζυγό μου το 2022, ο οποίος ήταν αντιρρησίας συνείδησης. Το 2023, όταν πέθανε και η μητέρα μου, έχασα την ελπίδα μου. Κάποια στιγμή ήμουν σε πολύ άσχημη κατάσταση και σκέφτηκα να πάω στην εκκλησία, κάτι άλλαξε μέσα μου. Πριν είχα ένα κενό μέσα μου. Εμαθα να αγαπώ τον Θεό και άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου. Είναι σαν να έφτασα στο σπίτι μου. Εχω ηρεμήσει. Ο αρραβωνιαστικός μου είπε ότι στην καρδιά μου έχω τον Χριστό και πως το σέβεται. Η οικογένειά του μου έκανε δώρο ένα σταυρό. Στην εργασία μου ήταν πολύ υποστηρικτικοί. Πέρυσι μου έδωσαν άδεια το Πάσχα και πήγα να εργαστώ στο μπαϊράμι των μουσουλμάνων. Σεβάστηκαν την επιθυμία μου».

Προβληματισμοί για τη γλώσσα και την ταυτότητα της μειονότητας

Ωστόσο, αυτή η νέα πραγματικότητα φέρνει την Ομογένεια αντιμέτωπη με κρίσιμα ερωτήματα ταυτότητας. Ο Λάκης Βίγκας, έμπειρο στέλεχος της κοινότητας, επισημαίνει ότι το κυριότερο πρόβλημα είναι η γλώσσα, καθώς η διατήρηση των Ελληνικών στη λατρεία είναι ταυτοτικό στοιχείο της Ρωμιοσύνης. Από την άλλη πλευρά, η ιστορική εφημερίδα «Απογευματινή» εκφράζει έναν πιο σκεπτικιστικό λόγο, υπογραμμίζοντας ότι η αλλαγή πίστης δεν πρέπει να οδηγεί αυτόματα στην ένταξη στη μειονότητα. Η εφημερίδα τονίζει πως:

«Σήμερα, που ο πληθυσμός μας βαίνει μειούμενος, παρατηρείται το εξής φαινόμενο: Τούρκοι μουσουλμάνοι που βαπτίζονται εγγράφονται στα ελληνορθόδοξα μειονοτικά σχολεία. Στον νου του κάθε καλοπροαίρετου παρατηρητή γεννάται το εξής ερώτημα: “Μήπως τελικά είναι αυτή η λύση στο δημογραφικό;”. Η απάντηση είναι όχι. Όπως έχει ξαναειπωθεί, η αλλαγή πίστης είναι θεμελιώδες δικαίωμα και οι θρησκευτικοί λειτουργοί έχουν την υποχρέωση να την επικυρώνουν. Δεν είναι δυνατόν, όμως, η αλλαγή πίστης ανθρώπων που δεν έχουν καταγωγή από τη μειονότητά μας να συνεπάγεται την άμεση και αυτόματη ένταξή τους σε αυτήν. Ολοι οι ομογενειακοί θεσμοί, ως θεματοφύλακες του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, έχουμε την ύψιστη ευθύνη διαφύλαξης της μητρικής μας γλώσσας, των ηθών, εθίμων και παραδόσεών μας. Οφείλουμε επίσης να προστατεύουμε την κοινοτική μας περιουσία, την οποία οι πρόγονοί μας –την ώρα της φυγής τους– μεταβίβασαν σε φίλια χέρια “άρον άρον”, ώστε να μην υφαρπαχθεί ο ιδρώτας τους, να μη χαθούν οι αναμνήσεις τους και να μη διαστρεβλωθεί η ιστορία τους».

Πηγή φωτογραφίας: Καθημερινή

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑ