close search results icon

MAGA: κυριαρχεί και στην Ελλάδα και δεν το έχουμε καταλάβει

Το να γίνεις από λαϊκός λαϊκιστής ή το να χρησιμοποιήσεις τον κακώς εννοούμενο λαϊκισμό για να φανείς λαϊκός είναι τόσο εύκολο.

*ΤΗΣ ΝΟΡΑΣ ΡΑΛΛΗ

Ας πούμε πως είσαι στη δουλειά σου – όχι, θα το πω σωστότερα: ας πούμε ότι έχεις δουλειά και πως μια μέρα που είσαι εκεί κάτι συμβαίνει και δημιουργείται πρόβλημα. Και κάποιος πετάγεται και λέει: «Φταίνε οι από πάνω. Πάντα αυτοί τα κάνουν σκατά. Αν ήμασταν εμείς στη διοίκηση, όλα θα δούλευαν ρολόι». Γιατί αυτή η στάση είναι προβληματική ώς βαθιά λαϊκιστική; Πρώτον: χωρίζει τον κόσμο σε «καλούς από κάτω» και «κακούς από πάνω». Δεύτερον: δεν εξηγεί πώς λύνεται το πρόβλημα. Τρίτον: κολακεύει τον ακροατή («εμείς είμαστε οι σωστοί») για να τον κερδίσει. Τέταρτον: ενέχει μηδενική ευθύνη, όσο και μηδενική πρόταση. Τι κάνει δηλαδή αυτός που λέει όσα λέει, όπως τα λέει; Σου δίνει έναν λόγο για να ξεσπάσεις, όχι για να καταλάβεις και ενδεχομένως να διεκδικήσεις αφού έχεις καταλάβει πρώτα. Κοινώς, λαϊκίζει και μάλιστα επικίνδυνα.

Το παραπάνω είναι ένα παράδειγμα κακώς εννοούμενου λαϊκισμού. Αντίστοιχα θα δούμε ένα κακώς εννοούμενου λαϊκού. Κάποιος κοροϊδεύει ένα άτομο που μιλάει με επιχείρημα και γνώσεις λέγοντας: «Ελα μωρέ τώρα με τις λέξεις σου. Εδώ είμαστε απλοί άνθρωποι, όχι καθηγητάδες». Αρα: υποτιμά τη γνώση για να μη νιώσει μειονεκτικά. Εξισώνει την άγνοια με την αυθεντικότητα και χρησιμοποιεί το «είμαι λαϊκός» ως άλλοθι για να μη σκεφτεί. Η παραπάνω στάση δεν φανερώνει απλότητα – είναι άμυνα απέναντι στη σκέψη. Ενα τσιγάρο δρόμος για να γίνει επίθεση στη σκέψη, τη γνώση και την ορθή χρήση αυτών. Κατά συνέπεια ο επικίνδυνος λαϊκισμός μπορεί να συμπυκνωθεί στη φράση «Μη σκέφτεσαι, αγανάκτησε μαζί μου» και ο επικίνδυνα λαϊκός στο «Μη σκέφτεσαι, είναι ντροπή. Δεν είσαι αυθεντικός».

Το να γίνεις από λαϊκός λαϊκιστής ή το να χρησιμοποιήσεις τον κακώς εννοούμενο λαϊκισμό για να φανείς λαϊκός είναι τόσο εύκολο. Οσο αποδεικνύεται από τα παραπάνω πάναπλα παραδείγματα. Και λέμε συνεχώς το «κακώς εννοούμενος» και για τις δύο έννοιες, καθώς λαϊκιστής ήταν και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και λαϊκός ήταν και ο Ομηρος – οπότε υπάρχει και καλή χροιά σε αυτές τις έννοιες.

Ολα τα παραπάνω (σ.σ. τα κακώς εννοούμενα λαϊκιστικά και λαϊκά) χρησιμοποιήθηκαν από παπάδες στον Μεσαίωνα, βασιλείς στην Αναγέννηση, τσαρλατάνους της πολιτικής τα επόμενα χρόνια που αναδείχτηκαν σε ηγέτες του φασισμού, του ναζισμού και του σύγχρονου άκρατου νεοφιλελευθερισμού. Ολα τα παραπάνω σήμερα συναθροίζονται στο σύνθημα MAGA – Make America Great Again, που δυστυχώς έχει ξεπεράσει τα όρια των ΗΠΑ καθώς δεν πρόκειται απλώς για ένα προεκλογικό σύνθημα. Ενέχει μια ξεκάθαρη ιδεολογία (παρόμοια σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι νομίζουμε ή θα θέλαμε να ισχύει με το «θέλω να είμαστε όλοι καλά» που είπε πρόσφατα η πολιτευόμενη πλέον Μαρία Καρυστιανού) και τη μετατρέπει σε μορφή κραυγής. Είναι μια πολιτική στάση που ξεκινά από ένα αίσθημα απώλειας και καταλήγει σε ένα επικίνδυνο σχέδιο αναδιάταξης της δημοκρατίας. Φοράει κόκκινο καπέλο ή μαύρα ρούχα, μιλάει απλά, υπόσχεται πολλά και εξηγεί τα πάντα (τα πάντα όμως) με έναν ένοχο: τους «άλλους» ή «εκείνους που δεν». Τι «δεν» μπορεί να το εξηγήσει («δεν αρκούν», «δεν δρουν θεσμικά», «δεν μας κάνουν καλό», «δεν είναι καλοί... χριστιανοί/λευκοί/πατριώτες» κ.λπ). Αυτό που δεν μπορεί να πει είναι η πραγματική λύση. Και δεν μπορεί να το πει, γιατί αυτή η λύση δεν ξεχωρίζει - ενώνει. Οχι ως πλήθος, ούτε ως μονάδες. Ως δικαίωμα, ως κοινά δικαιώματα που ανήκουν σε όλους.

Επιστρέφοντας στο MAGA των ΗΠΑ, λέει κάτι που ακούγεται αθώο: «Να ξανακάνουμε την Αμερική σπουδαία». Το πρόβλημα είναι το ξανά. Πότε ακριβώς ήταν αυτή η σπουδαία Αμερική; Για ποιους; Για τους μαύρους πριν από τα πολιτικά δικαιώματα; Για τις γυναίκες πριν αποκτήσουν λόγο και δικαίωμα πάνω στο σώμα τους; Για τους μετανάστες όταν ήταν φτηνό εργατικό δυναμικό χωρίς φωνή; Το MAGA δεν απαντά. Θολώνει το παρελθόν σκόπιμα γιατί ο μύθος είναι πιο χρήσιμος από την Ιστορία. Στην καρδιά του MAGA υπάρχει μια απλή -και γι’ αυτό αποτελεσματική- αφήγηση: κάποιοι σου έκλεψαν τη ζωή που δικαιούσαι. Δεν φταις εσύ. Δεν φταίει η οικονομία, οι ανισότητες, οι πολυεθνικές, το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Φταίνε οι μετανάστες, οι ελίτ, οι «woke», οι δημοσιογράφοι, οι πανεπιστημιακοί, οι γυναίκες που «μιλάνε πολύ», οι μειονότητες που «ζητάνε προνόμια». Είναι μια πολιτική ψυχολογίας, όχι προγράμματος. Δεν προσφέρει λύσεις· προσφέρει στόχους για εκτόνωση.

Οι αναλογίες με τα της Ελλάδας μπορεί να μην είναι τόσο ξεκάθαρες με την πρώτη ματιά. Αλλά αν κάποιος διαβάσει αυτό το κείμενο (ή κάποια άλλα, πιθανώς καλύτερα, που έχουν γραφτεί για το ζήτημα) και μετά ακούσει έναν λόγο του Κυριάκου Μητσοτάκη ή δηλώσεις της Ζωής Κωνσταντοπούλου ή του Κυριάκου Βελόπουλου ή της νεόκοπης wannabe (όσο τίποτα όμως!) πολιτικού Μαρίας Καρυστιανού, τότε είμαι σίγουρη πως θα βρει πολλές. Ισως περισσότερες απ’ όσες μπορεί ν’ αντέξει. Το ερώτημα ωστόσο είναι άλλο: Μήπως τελικά μέσω αυτών των αναλογιών αντέχει;

Αν η απάντηση είναι ναι... τότε δεν υπάρχει σωσμός. Κανένας όμως.

*Από την έντυπη έκδοση της "Εφημερίδας των Συντακτών 17/1/2026) - ένθετο ΝΗΣΙΔΕΣ - efsyn.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑ