«Μεσοπεντηκοστή: Ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τῶν ἑορτῶν»
τοῦ Γουμενίσσης Δημητρίου
Γιά αἰῶνες στήν Ἁγια-Σοφιά, ἀνάμεσα στό Πάσχα καί τήν Πεντηκοστή, ὅλος ὁ λαός, μέ τόν αὐτοκράτορα καί τόν πατριάρχη ἐπικεφαλῆς, τιμοῦσαν μέ πανηγυρικό τρόπο μιά ἑορτή τοῦ Χριστοῦ μας, πού ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Πατερική θεολογία Τόν ἀποκαλεῖ Ἐνυπόστατη Σοφία τοῦ Πατρός.
Ἐνυπόστατη Σοφία τοῦ Ἐνυποστάτου Πατρός. Ἀσύγχυτα καί ἀχώριστα, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τό διατράνωσε λέγοντας “ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμεν” (Ἰω. 10:30).
Καί πάλι ὅλη ἡ Καινή Διαθήκη (ἐξηγώντας χριστολογικά τήν Παλαιά Διαθήκη) καί τό “Πιστεύω” τῆς Ἐκκλησίας ὁμολογεῖ τήν θεότητα καί θεολογεῖ τήν θεανθρωπότητά Του (ἐνδεικτικά Ἰω. κεφ. 1), ὅπως καί τήν δι᾽ αὐτοῦ δημιουργία καί τήν θεία Οἰκονομία καί τήν ἀπόλυτη δεσποτεία ἐπί πάντων: “δι᾽ οὗ τά πάντα καί δι᾽ ὅν τά πάντα” (ἐνδεικτικά βλ. Ἑβρ. κεφ. 1-2, [Ἑβρ. 1:2,5,10· 2:10]). Αὐτός εἶναι ἡ πραιώνια Ἐνυπόστατη Σοφία τοῦ Πατρός, “ἡ δημιουργική καί συνεκτική τῶν ἁπάντων Θεοῦ Σοφία καί Δύναμις” καί ἡ σκοπιμότητα ὅλης τῆς δημιουργίας (Ἐφ. 1:10).
Στόν πανηγυρικό ἑορτασμό τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, στή Βασιλεύουσα, ἡ θέα τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς καί ὁλόγυρα ἡ βασιλεύουσα Πόλη προσέφεραν ὡραῖο εἰκονισμό τοῦ σύμπαντος [ἱστορικοῦ] κόσμου, πού ἐπάνω του δεσπόζει (δημιουργικά, προνοητικά, σωστικά, ἀνακεφαλαιωτικά) ἡ προαιώνια Ἐνυπόστατη Σοφία τοῦ Πατρός, ὁ Κύριος, σύν Πατρί καί Πνεύματι.
Κλῆρος καί λαός εἰκόνιζε τήν ἐγκαινιασμένη ἐσχατολογική σύναξη τοῦ κόσμου ἐνώπιον τοῦ προσλαβόντος ἐνανθρωπισμένα τήν κτίση ἀκτίστου Θεοῦ καί Σωτῆρος.
Τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα θεολατρευτικά “χριστολογοῦσε” τήν ἐνσωμάτωσή του στό Σωτήρα.
“Θεολογοῦσε” ἑορτολογικά ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο ὁ Κύριος προσευχήθηκε πρό τοῦ ἑκουσίου Πάθους: «ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν» (Ἰω. κεφ. 17 [Ἰω. 17:21-23]).
“Προχωροῦσε” πανηγυρικά ἀπό τό Πάσχα τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ πρός τήν Πεντηκοστή τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στό “ἰσοζύγιασμα” λοιπόν ἀνάμεσα στίς δύο ἑορτές (τήν χριστολογικη/σωτηριολογική καί τήν θεολογική/ἐκκλησιολογική), λάτρευε ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ μέ λιτανεία καί τροπάρια καί πανηγυρική θεία λειτουργία τόν Σωτήρα, τόν προαιώνιο Υἱό ὡς δημιουργική καί παντοκρατορική Σοφία τοῦ Πατρός.
Ὅλη ἡ κτιστή ἁρμονία καί ἡ κτιστή ὀμορφιά καί ἡ κτιστή πραγματικότητα τοῦ συμπαντικοῦ κόσμου καί τῆς γῆς καί τῆς πανανθρωπότητος καί τῶν ἀγγέλων εἶναι δικό Του δημιούργημα. Εἶναι ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἡ ἐνυπόστατη Σοφία τοῦ Θεοῦ Πατρός. Χωρίς Αὐτόν ―ὅπως θεολογεῖ ρητά ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν ἀρχή-ἀρχή τοῦ μεταβαπτισματικοῦ εὐαγγελίου Του― δέν δημιουργήθηκε τίποτε ἀπό ὅσα δημιουργήθηκαν.
Στό Εὐαγγέλιο τῆς ἑορτῆς τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ―ἀπό τό ἕβδομο κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη― ἔχουμε ἄλλη μιά αὐτοπαρουσίαση τοῦ Κυρίου στούς ἰουδαίους. Διδάσκοντας ὁ Κύριος, χρησιμοποιεῖ ὅρους γνωστούς στήν προφητική θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως ἐκπληρώθηκαν ἀπό τήν χριστολογική θεολογία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁμιλεῖ γιά τόν «ἀληθινόν» (γιά τόν Θεόν Πατέρα), ὁμιλεῖ γιά τήν δική Του ἀποστολή/ἐνσάρκωση, ὁμιλεῖ γιά τήν μοναδική Του θεϊκή σχέση/γέννηση/περιχώρηση ἀπό τόν Πατέρα.
Ὅλα αὐτά περιέχονται στά τροπάρια τῆς Μεσοπεντηκοστῆς: «Μεσούσης τῆς ἑορτῆς [τῆς σκηνοπηγίας] διδάσκοντός σου, Σωτήρ, ἔλεγον οἱ Ἰουδαῖοι· πῶς οὗτος οἶδε γράμματα, μή μεμαθηκώς· ἀγνοοῦντες ὅτι σύ εἶ ἡ Σοφία ἡ κατασκευάσασα τόν κόσμον· δόξα σοι» (δοξαστικό ἀποστίχων ἑσπερινοῦ).
Ἡ Τετάρτη λοιπόν τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἑνώνει τρεῖς μεγάλες ἑορτές τῆς χριστιανικῆς μας πίστης: τό Πάσχα, τήν Ἀνάληψη καί τήν Πεντηκοστή. Τό Πάσχα καί τήν Πεντηκοστή, γιατί βρίσκεται ἀκριβῶς ἀνάμεσά τους, στό μέσον. Σ᾽ αὐτό τό διάστημα ἐντάσσεται καί ἡ Ἀνάληψη. Τρόπον τινά, ἡ θεολογία/χριστολογία τῆς Ἀναλήψεως προβάλλουν καί προβάλλονται μέσα ἀπό τή θεολογία/χριστολογία τοῦ Κυρίου καί Σωτήρα μας, τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς τῆς (δημιουργικῆς καί συνεκτικῆς τῶν ἁπάντων) προαιώνιας Ἐνυπόστατης Σοφίας τοῦ Πατρός.
Καί μάλιστα, αὐτή ἡ ἑορτή (ἐνῶ ὑμνολογεῖται σωτηριολογικά, ἀναφορικά μέ μᾶς) μᾶς ἀναπέμπει ἀπό τήν θεία Οἰκονομία τῆς Θεανθρωπότητος τοῦ Κυρίου στήν προαιώνια Θεϊκότητα τοῦ Κυρίου, πού περιχωρεῖται συναΐδιος καί ἀχώριστος στόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ χριστολογημένη ἀνθρωπολογία ἀποκαλύπτεται μεθεκτική τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτό πού θεολογεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, πρίν τό Πάθος Του, στήν προσευχή τῆς Γεθσημανῆ (Ἰω. 17:24-26).
Βεβαίως, ἐμεῖς ὡς κτιστοί καί τρεπτοί καί πεπερασμένοι ἀρκούμεθα ―ἄν τό κάνουμε σήμερα κι αὐτό― μόνο στά ἱστορικά μεγαλεῖα τοῦ Γένους μας, στόν πολιτισμό τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς, στόν πολιτισμό τῆς Ρωμηοσύνης (μολονότι ἐθιζόμεθα νά ἀμνημονοῦμε καί γι᾽ αὐτά). Τό θλιβερότερο εἶναι πώς δέν μαθαίνουμε νά προχωρᾶμε ἀπό τά θεατά μεγαλεῖα στήν ἔμπνευση πού (ἐμψυχώνοντας τίς ἱστορικές συγκυρίες καί τίς μεγαλειώδεις ἀνθρώπινες συνδρομές) δημιούργησε αὐτά τά μεγαλεῖα.
Ἡ ἑορτολογική ὅμως κληρονομιά μας δέν ἔπαυσε, δέν παύει κι οὔτε θά παύσει νά συνεργεῖ στήν “ἀνάκρασή” μας μέ ἐκεῖνο πού εὐαγγελίζεται ὅλη ἡ Ἁγία Γραφή καί εἰδικά ἡ Καινή Διαθήκη. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μᾶς “ἀνα[ἄνω]φέρει” πρός τά “τίμια καί μέγιστα ἐπαγγέλματα [ἐπαγγελίες]”, πρός τίς ὑποσχέσεις τοῦ Χριστοῦ, πρός τήν ἀνθρωποσώτειρα σωτηριολογία τοῦ Κυρίου καί τήν ἀνθρωποσώτειρα θεολογία τῆς Ἁγίας Τριάδος (Β΄ Πε. κεφ. 1 [1:4, 16-21]).
“Θύρα τοῦ Πατρός” ὁ Υἱός. “Θύρα τοῦ Πατρός” ὁ Ἀναληφθείς Κύριος, ὁ Προαιώνιος καί Ἐγχρονισμένος.
Ὁπότε ―μέσα ἀπό τίς τέσσερις τελικά κορυφαῖες θεολογικές/σωτηριολογικές ἑορτές αὐτῆς τῆς περιόδου― “ἀνακιρνώμεθα” μέ τήν Καινή Διαθήκη, μέ τά δικαιώματά μας τῆς μεθέξεως τοῦ Δημιουργοῦ, τοῦ Λυτρωτῆ, τοῦ Σωτήρα μας.
Κατά τήν Ἀνάληψη (πού πλησιάζει) θά ψάλουμε γιά τόν Κύριο “ἀνελθών ὅθεν οὐκ ἐχωρίσθης”!
“Ἀναλήφθηκες, Χριστέ μας, καί τήν ἀνθρώπινη φύση σου τήν ἀνέλαβες [τήν πῆρες μαζί σου] στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ Πατρός, μέ τόν ὁποῖο ἤσουν καί εἶσαι προαιώνια καί ἀδιάλειπτα ἑνωμένος/περιχωρούμενος ὡς Υἱός συναΐδιος καί συνάναρχος”.
―Ὄντας Θεός ἀληθινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννημένος καί καί ὄχι δημιουργημένος, εἶσαι τό δεύτερο καί ἰσότιμο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ δημιουργική ἐνυπόστατη Σοφία τοῦ Πατέρα, πού “συνεκπλήρωσες” μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν κοινή Τριαδική βούληση γιά τή δημιουργία ὅλου τοῦ κόσμου.
―Καί, ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα τῆς σωτηρίας μας, ἐκπλήρωσες τήν κοινή Τριαδική βούληση γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, προσλαμβάνοντας τέλεια τήν ἀνθρώπινη φύση μας. Στό ἄκτιστο Θεϊκό σου πρόσωπο ἕνωσες τήν δημιουργημένη/κτιστή ἀνθρώπινη φύση μας. Στό πρόσωπό σου αὐτήν τήν ἀνθρώπινη φύση τήν θέωσες ἄμεσα. Κι ὅμως! Διά βίου μέχρι καί τοῦ Σταυροῦ, ἐπέτρεψες στούς τρεῖς μεγάλους ἐχθρούς μας νά σέ ἐκπειράζουν: στόν πειρασμό, στήν ἁμαρτία/κακία τοῦ κόσμου καί στόν θάνατο/φθορά τοῦ κόσμου. Ὄχι ὅτι μποροῦσαν νά σέ νικήσουν ―ὅπως πολεμοῦν καί νικοῦν ἐμᾶς ἀπό μέσα κι ἀπ᾽ ἔξω― ἀλλά γιά νά μοιραστεῖς τή νίκη σου μέ μᾶς.
―Ὁ προαιώνιος Θεός Λόγος ἐπέτρεψες στήν θεωμένη ἀνθρώπινη φύση σου νά διέλθει/ἁγιάσει τίς διαδρομές τοῦ ἀνθρώπινου βίου μέχρι καί τοῦ θανάτου. Γιά νά γίνεις ἡ ζωή καί ἡ ἀνάστασή μας, ἡ λύτρωση καί ἡ σωτηρία μας, ἡ θεανθρώπινη ὁδός τῆς θεώσεώς μας.
―Καί, τώρα πλέον,
ΣΧΟΛΙΑ