close search results icon

Μητροπολίτης Ν. Ιωνίας: Ξεκίνησα καθαρίζοντας τα σκαλιά της εκκλησίας

Μητροπολίτης Ν. Ιωνίας: Ξεκίνησα καθαρίζοντας τα σκαλιά της εκκλησίας

Σε μια εκ βαθέων συνέντευξη ο Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας, Φιλαδελφείας, Ηρακλείου και Χαλκηδόνος κ. Γαβριήλ ανατρέχει στα βιώματα που διαμόρφωσαν την πορεία του, φωτίζει τον ρόλο της Εκκλησίας σήμερα και αναδεικνύει τις προκλήσεις μιας κοινωνίας που αλλάζει, με έμφαση στον άνθρωπο, τη νεολαία και τη σύγχρονη ποιμαντική ευθύνη.

Σεβασμιότατε, ποια βιώματα από τα νεανικά σας χρόνια στο Μοσχάτο διαμόρφωσαν την απόφασή σας να ακολουθήσετε τον ιερατικό δρόμο;

Πράγματι, γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Μοσχάτο και φοίτησα στο 2ο Λύκειο της περιοχής. Η ζωή μου, ήταν από πολύ νωρίς δεμένη με την ενορία της Μεταμορφώσεως. Εκεί ουσιαστικά μεγάλωσα. Η ενορία δεν ήταν απλώς ο χώρος που πηγαίναμε κάθε Κυριακή να εκκλησιαστούμε, αλλά ο τόπος όπου έζησα, θεωρώ, τα πιο ουσιαστικά χρόνια της διαμόρφωσής μου. Θυμάμαι τον εαυτό μου, από πολύ μικρή ηλικία, να μπαίνω στο ιερό, να ντύνομαι παπαδάκι και να διακονώ. Ήταν πολλοί βέβαια οι συμμαθητές μου που γελούσαν μαζί μου. Δεν ήταν όμως κάτι που το έκανα με το ζόρι. Όλο αυτό μου έδινε μία εσωτερική χαρά, μια έλξη που δεν μπορώ να την εξηγήσω αλλιώς, παρά ως κλήση, ως ευλογία. Σιγά σιγά άρχισα να δένομαι με τον χώρο, με τη λατρεία, με τους ανθρώπους.

Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα κατηχητικά σχολεία της ενορίας, υπό την πνευματική καθοδήγηση του π. Νικολάου Κατσαφαρόπουλου, του πνευματικού μου. Εκεί ζήσαμε εμπειρίες μοναδικές. Ημασταν περίπου 450 παιδιά, μια ολόκληρη κοινότητα από παιδιά. Η Εκκλησία τότε ήταν για εμάς χώρος ζωής. Εκεί κάναμε γνωριμίες, κάναμε φίλους, εκεί μάθαμε να συνεργαζόμαστε, εκεί ακούσαμε για πρώτη φορά πράγματα που μας άνοιξαν ορίζοντες. Ακόμη θυμάμαι ότι στο κατηχητικό είδαμε για πρώτη φορά βίντεο. Η σκέψη να ακολουθήσω την Ιερωσύνη δεν ήρθε ξαφνικά. Κάπου στη Β΄ Λυκείου άρχισε να γίνεται πιο ξεκάθαρη ως απόφαση ζωής. Θεωρώ ότι ήταν έναν κάλεσμα που ένιωθα να με συνοδεύει όλο και πιο έντονα. Την κλήση την καλλιεργείς καθημερινά, μέσα από την καθημερινή ζωή στην Εκκλησία. Μαθαίνεις να ψάλλεις, να στέκεσαι, να διακονείς, να αγαπάς τον άνθρωπο. Κανείς δεν γεννήθηκε με το ράσο.

Σήμερα, μπορώ να πω ότι με τη χάρη του Θεού έχω συμπληρώσει περίπου 31 χρόνια μέσα στην Εκκλησία, καθώς εντάχθηκα πολύ νέος στον ιερό κλήρο. Θυμάμαι πολύ έντονα ότι ξεκίνησα κυριολεκτικά από τα σκαλιά της εκκλησίας, καθαρίζοντάς τα, και σιγά σιγά, περνώντας από όλα τα στάδια της διακονίας, έφτασα μέχρι την Αγία Τράπεζα. Νομίζω πως αυτή η πορεία έχει μεγάλη σημασία, γιατί σε μαθαίνει να σέβεσαι κάθε διακονία, μικρή ή μεγάλη. Κοιτάζοντας λοιπόν πίσω, αισθάνομαι ότι πέρασα από όλα τα «σκαλοπάτια» που μου έδωσε ο Θεός, και μέσα από αυτή τη διαδρομή διαμορφώθηκε όχι μόνο η απόφασή μου, αλλά και η σχέση μου με την Εκκλησία ως τρόπος ζωής.

Ποιος είναι ο ρόλος της Εκκλησίας σήμερα σε μια κοινωνία που αλλάζει ραγδαία, ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους;

Ζούμε σήμερα σε μια εποχή που αλλάζει ταχύτατα. Οι ρυθμοί της είναι, πολλές φορές, τρομακτικά γρήγοροι. Πολλά από αυτά που κάποτε θεωρούνταν δεδομένα σήμερα αμφισβητούνται, και ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι βρίσκονται σε μια συνεχή αναζήτηση. Τι είναι όμως αυτό που πραγματικά αναζητούν; Αναζητούν αλήθεια! Αναζητούν αυθεντικότητα και νόημα ζωής! Οι νέοι μας δεν αρκούνται σε εύκολες απαντήσεις. Θέλουν κάτι που να το ζουν, να το αισθάνονται, να τους αγγίζει πραγματικά. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι απλώς ένας θεσμός που κοιτάζει προς τα πίσω. Είναι κάτι ζωντανό. Είναι μια παρουσία μέσα στον κόσμο, που καλείται να μιλήσει στο σήμερα, με τρόπο αληθινό. Και πάνω απ’ όλα, η Εκκλησία είναι Μάνα. Και η Μάνα ποτέ δεν απορρίπτει, δεν κρίνει από απόσταση, αλλά αγκαλιάζει, κατανοεί, συγχωρεί και στέκεται δίπλα σε κάθε παιδί της. Αυτό είναι κάτι που το πιστεύω βαθιά και προσπαθώ να το ζω και προσωπικά. Να είμαι δηλαδή κοντά στον άνθρωπο, χωρίς διακρίσεις. Η Εκκλησία δεν είναι για τους «τέλειους», αλλά για όλους. Και ο ρόλος μας δεν είναι να υψώνουμε το δάχτυλο, αλλά να απλώνουμε το χέρι. Ιδιαίτερα για τους νέους, η Εκκλησία πρέπει να είναι ένας χώρος όπου μπορούν να μιλήσουν ελεύθερα, να εκφραστούν, να ακουστούν. Να αισθανθούν ότι δεν είναι μόνοι. Να νιώσουν ότι κάποιος τους καταλαβαίνει πραγματικά. Όχι να τους πιέζει, αλλά να τους συνοδεύει. Να τους δείχνει έναν δρόμο ζωής που δεν τους περιορίζει, αλλά τους ελευθερώνει και τους γεμίζει. Ταυτόχρονα, ζούμε σε μια εποχή όπου η επικοινωνία έχει αλλάξει. Γι᾽ αυτό λοιπόν η Εκκλησία οφείλει να χρησιμοποιεί τα μέσα που υπάρχουν σήμερα, να βρίσκεται εκεί όπου βρίσκεται και ο άνθρωπος, χωρίς όμως να αλλοιώνει το μήνυμά Της. Το Ευαγγέλιο δεν αλλάζει. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος που το μεταφέρεις και χρειάζεται για να είναι ζωντανός, κατανοητός, αληθινός. Στο τέλος της ημέρας, αυτό που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, και ιδιαίτερα ο νέος, δεν είναι μόνο να ακούσει λόγια, αλλά να δει μια ζωή. Να δει ανθρώπους που αγαπούν, που στέκονται, που νοιάζονται. Και εκεί είναι η μεγάλη ευθύνη της Εκκλησίας. Να δίνει μαρτυρία όχι μόνο με όσα λέει, αλλά κυρίως με όσα ζει.

Πώς αξιολογείτε τη σημασία των διαχριστιανικών διαλόγων και της συμμετοχής σας σε διεθνείς οργανισμούς όπως το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών;

Η εποχή που ζούμε έχει μεγάλη ανάγκη από διάλογο, από συνεννόηση, από γέφυρες και όχι από τείχη. Και αυτό αφορά και τον χώρο των Εκκλησιών. Οι διαχριστιανικοί διάλογοι δεν είναι κάτι «τυπικό», δεν είναι κάτι διπλωματικό. Πιστεύω ακράδαντα ότι είναι μια βαθιά ανάγκη να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον, να ακούσουμε, να συνδιαλεχθούμε, να κατανοήσουμε, να πλησιάσουμε. Η συνεργασία με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες γίνεται πάντοτε με έναν βασικό σκοπό: την ειρήνη και την κατανόηση του άλλου. Δεν μπαίνουμε σε αυτόν τον διάλογο για να αλλοιώσουμε την πίστη μας ή να κάνουμε εκπτώσεις. Αντίθετα, στεκόμαστε με σεβασμό στην ταυτότητά μας, αλλά και με ανοιχτή καρδιά απέναντι στον άλλον. Η συμμετοχή μου σε διεθνείς οργανισμούς, όπως το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, που έχει ως έδρα τη Γενεύη της Ελβετίας, μου έχει δώσει τη δυνατότητα να ζήσω αυτή την εμπειρία πολύ άμεσα. Αυτό που κρατώ από τις συναντήσεις αυτές είναι ότι, παρά τις διαφορές μας, υπάρχει μια κοινή ανάγκη για διάλογο και συνεργασία. Και αυτό δεν είναι αδυναμία, είναι δύναμη. Είναι ένδειξη ωριμότητας να μπορείς να συνομιλείς χωρίς φόβο, με σεβασμό και ειλικρίνεια. Προσωπικά, βλέπω τον διάλογο ως μια ευκαιρία μαρτυρίας. Να δείξουμε τι είναι η Ορθοδοξία όχι με αντιπαράθεση, αλλά με ήθος, με λόγο ήρεμο, με αγάπη. Πιστεύω ότι όταν ο διάλογος γίνεται με καθαρή πρόθεση, με σεβασμό και με αλήθεια, τότε μπορεί πραγματικά να γίνει γέφυρα, όχι μόνο μεταξύ Εκκλησιών, αλλά και μεταξύ ανθρώπων.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Μητρόπολή σας;

Η Μητρόπολή μου απαρτίζεται κυρίως από απογόνους τέταρτης και πέμπτης γενιάς Μικρασιατών προσφύγων, που με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 άφησαν τις αρχαίες πατρογονικές τους εστίες στη Μ. Ασία και ήλθαν στην μητροπολιτική Ελλάδα, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Είναι λοιπόν μία, θα λέγαμε, προσφυγική Μητρόπολη, η οποία περιλαμβάνει τρεις Δήμους, τους Δήμους Ν. Ιωνίας, Ν. Φιλαδέλφειας – N. Χαλκηδόνας και Ηρακλείου Αττικής. Η μεγαλύτερη λοιπόν πρόκληση σήμερα είναι, χωρίς αμφιβολία, ο ίδιος ο άνθρωπος μέσα στις συνθήκες που ζει. Βλέπουμε καθημερινά την αγωνία για την επιβίωση, τον κόπο των οικογενειών, την ανασφάλεια για το αύριο. Στη Μητρόπολή μας ερχόμαστε συνεχώς σε επαφή με ανθρώπους που δυσκολεύονται, που παλεύουν να κρατήσουν την αξιοπρέπειά τους, που έχουν ανάγκη όχι μόνο από υλική στήριξη, αλλά και από έναν λόγο παρηγοριάς, από μια ανθρώπινη παρουσία. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση, το πώς δηλαδή θα μπορέσουμε να σταθούμε ουσιαστικά δίπλα τους. Δόξα τω Θεώ, με τη χάρη και τη βοήθειά Του, έχουμε αναπτύξει ένα ευρύ κοινωνικό και φιλανθρωπικό δίκτυο, το οποίο καθημερινά προσπαθεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των αδελφών μας. Συσσίτια, δομές στήριξης, ενίσχυση οικογενειών, παρουσία δίπλα σε μοναχικούς ανθρώπους, όλα αυτά δεν είναι απλώς δράσεις, αλλά μια συνεχής προσπάθεια να εκφραστεί η αγάπη της Εκκλησίας στην πράξη. Ομως, πέρα από την υλική ανάγκη, υπάρχει και μια βαθύτερη πρόκληση, η οποία είναι η μοναξιά, η απογοήτευση, η απώλεια νοήματος.


Τι θα λέγατε σε έναν έφηβο που βιώνει απομόνωση, πίεση ή ψυχολογική βία στο σχολικό περιβάλλον;

Πολύ ευθέως θα του έλεγα ότι δεν είναι μόνος. Όσο δύσκολο κι αν φαίνεται εκείνη τη στιγμή, όσο κι αν νιώθει ότι κανείς δεν τον καταλαβαίνει, η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται και θέλουν να τον ακούσουν. Δυστυχώς, βλέπουμε όλο και πιο συχνά περιστατικά βίας στα σχολεία, είτε λεκτικής, είτε ψυχολογικής, είτε ακόμη και σωματικής. Αυτά τα φαινόμενα είναι απολύτως καταδικαστέα. Δεν έχουν καμία θέση ούτε στην παιδεία μας ούτε στην κοινωνία μας. Και το πιο σημαντικό είναι να το πούμε καθαρά, ότι κανένα παιδί δεν φταίει που γίνεται στόχος. Η ευθύνη δεν είναι ποτέ του θύματος. Σε έναν έφηβο που περνά κάτι τέτοιο, θα έλεγα να μη κλείνεται στον εαυτό του. Να μιλήσει. Σε έναν γονιό, σε έναν δάσκαλο, σε έναν άνθρωπο που εμπιστεύεται. Η σιωπή πολλές φορές βαραίνει περισσότερο την ψυχή. Όταν όμως μοιράζεσαι αυτό που ζεις, αρχίζει σιγά σιγά να ανοίγει ένας δρόμος. Ταυτόχρονα, θα ήθελα να του πω να μην χάσει την αξία που έχει μέσα του. Ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και πολύτιμος. Κανένα σχόλιο, καμία ειρωνεία, καμία συμπεριφορά δεν μπορεί να καθορίσει ποιος πραγματικά είναι. Αυτά περνούν, η αξία του όμως μένει. Η Εκκλησία είναι ένας χώρος ασφάλειας και αποδοχής. Ενας χώρος όπου ο νέος μπορεί να έρθει όπως είναι, χωρίς φόβο και χωρίς να νιώθει ότι θα κριθεί. Προσωπικά, θα του έλεγα: «έλα να μιλήσουμε, έλα να σε ακούσω». Δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια, χρειάζεται να νιώσει ότι κάποιος είναι δίπλα του. Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που θεραπεύει περισσότερο τον άνθρωπο είναι η σχέση, η κατανόηση και η αγάπη. Και αυτά δεν πρέπει να του τα στερεί κανείς.


Τι σημαίνει για εσάς η ποιμαντική ευθύνη σε μια πολυπολιτισμική και σύγχρονη αστική περιοχή;

Η ποιμαντική ευθύνη σε μια σύγχρονη, πολυπολιτισμική κοινωνία είναι μια μεγάλη πρόκληση, αλλά ταυτόχρονα, θεωρώ, ότι είναι και μια μεγάλη ευλογία. Και αυτό, γιατί έχεις μπροστά σου ανθρώπους διαφορετικούς, με άλλες εμπειρίες, με άλλα γνωρίσματα, με άλλα «πιστεύω», με άλλες καταβολές και άλλες δυσκολίες, και καλείσαι να τους πλησιάσεις όλους με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αγάπη. Στην πράξη, αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα να μάθεις να ακούς. Να μην βάζεις τον άνθρωπο σε «κουτάκια», αλλά να τον βλέπεις όπως είναι. Στις μεγάλες πόλεις σήμερα ζούμε δίπλα δίπλα με ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικούς τρόπους ζωής. Αυτό δεν πρέπει να μας φοβίζει. Αντίθετα, είναι μία πολύ καλή ευκαιρία να καλλιεργήσουμε τον σεβασμό και τη συνύπαρξη. Η Εκκλησία σε ένα τέτοιο περιβάλλον καλείται να γίνει πραγματικά μία αγκαλιά, ένα χώρος ανοιχτός. Το απέδειξε άλλωστε και κατά την διάρκεια του προσφυγικού. Για την Εκκλησία ο «άλλος» είναι ο ίδιος Χριστός. Η αγάπη του Θεού δεν κάνει διακρίσεις. Και αυτό δεν γίνεται μόνο με λόγια, αλλά με στάση ζωής, με το πώς μιλάς, πώς φέρεσαι, πώς στέκεσαι δίπλα στον άλλον. Ταυτόχρονα, υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα. Η έντονη καθημερινότητα της πόλης. Άγχος, μοναξιά, αποξένωση. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι ανάμεσα σε χιλιάδες και όμως να νιώθει μόνος. Εκεί η ποιμαντική ευθύνη γίνεται ακόμη πιο ουσιαστική. Να μπορείς πλησιάσεις τον άνθρωπο, να του δώσεις χώρο να μιλήσει, να του θυμίσεις ότι δεν είναι μόνος.


Ποια είναι η θέση της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη του σήμερα και πώς μπορεί να διατηρήσει την ταυτότητά της;

Η Ορθοδοξία στην Ευρώπη σήμερα έχει μια ιδιαίτερη θέση. Δεν είναι απλώς ένα κομμάτι της ιστορίας ή της παράδοσης, αλλά μια ζωντανή παρουσία που καλείται να δώσει μαρτυρία μέσα σε μια κοινωνία που αλλάζει συνεχώς. Η Ευρώπη περνά μια περίοδο αναζητήσεων, πολλές φορές απομακρύνεται από τις πνευματικές της ρίζες, τις θεμελιώδεις αρχές της, και ο άνθρωπος αναζητά ξανά νόημα, σταθερότητα και αλήθεια. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ορθοδοξία έχει να προσφέρει κάτι πολύ ουσιαστικό, την εμπειρία της σχέσης με τον Θεό, την παράδοση της Εκκλησίας ως ζωντανή πραγματικότητα, και έναν τρόπο ζωής που δεν περιορίζεται στη θεωρία, αλλά αγγίζει την καθημερινότητα του ανθρώπου. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να «επιβληθεί» η Ορθοδοξία ή να διεκδικήσει χώρο με εξωτερικούς τρόπους. Η ταυτότητά της διατηρείται όταν παραμένει αυθεντική. Όταν ζει αυτό που είναι. Όταν η πίστη γίνεται ζωή, γίνεται πράξη, γίνεται αγάπη. Παράλληλα, η παρουσία της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη συνδέεται και με τον διάλογο. Χρειάζεται να συνομιλεί με τον σύγχρονο κόσμο, με σεβασμό, χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς να χάνει τον πυρήνα της. Να μπορεί να σταθεί μέσα σε μια πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική πραγματικότητα, διατηρώντας την ταυτότητά της, αλλά και δείχνοντας ανοιχτοσύνη και κατανόηση. Βεβαίως, ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το βίωμα της κοινότητας. Η Ορθοδοξία δεν είναι ατομική υπόθεση, είναι εκκλησιαστική εμπειρία. Όταν οι ενορίες γίνονται ζωντανές κοινότητες, όταν ο άνθρωπος βρίσκει εκεί αγάπη, στήριξη και νόημα, τότε η ταυτότητα διατηρείται φυσικά, χωρίς να χρειάζεται να «αποδειχθεί». Προσωπικά, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη δύναμη της Ορθοδοξίας είναι το ήθος της. Η απλότητα, η ταπείνωση, η αγάπη προς τον άνθρωπο. Αν αυτά μείνουν ζωντανά, τότε η Ορθοδοξία όχι μόνο θα διατηρήσει την ταυτότητά της, αλλά θα συνεχίσει να έχει λόγο ουσιαστικό μέσα στην Ευρώπη του σήμερα.


Ποιο μήνυμα μπορεί να δώσει σήμερα η Εκκλησία απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία και στη συνεχιζόμενη ένταση στη Μέση Ανατολή;

Ζούμε σήμερα με πολύ πόνο την πραγματικότητα των πολέμων, είτε στην Ουκρανία είτε στη Μέση Ανατολή και στους Αγίους Τόπους. Πίσω από τους αριθμούς και τις ειδήσεις υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν οικογένειες που χάνουν τα πάντα, παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στον φόβο, κοινωνίες που πληγώνονται βαθιά. Και αυτό δεν μπορεί να αφήνει κανέναν μας αδιάφορο. Η Εκκλησία, μέσα σε αυτή την κατάσταση, δεν έρχεται να δώσει πολιτικές λύσεις. Έρχεται όμως να δώσει ένα βαθύ μήνυμα ζωής. Και αυτό το μήνυμα ξεκινά από κάτι που πολλές φορές ξεχνάμε, την ταπείνωση. Πιστεύω βαθιά ότι πίσω από κάθε πόλεμο κρύβεται, σε μεγάλο βαθμό, η αλαζονεία της εξουσίας. Ο Χριστός, όμως, μας έδειξε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Μας είπε ξεκάθαρα: «ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». Δηλαδή, η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στην επιβολή, αλλά στην ταπείνωση. Στην ικανότητα να βλέπεις τον άλλον ως άνθρωπο, ως εικόνα Θεού και όχι ως αντίπαλο. Αυτό είναι το μήνυμα της Εκκλησίας σήμερα. Να επιστρέψουμε σε αυτή την απλότητα της καρδιάς. Να μάθουμε να σεβόμαστε τον άλλον, να καλλιεργούμε την ειρήνη πρώτα μέσα μας και μετά γύρω μας. Γιατί η ειρήνη δεν ξεκινά από τις συμφωνίες μόνο, ξεκινά από τον άνθρωπο. Ταυτόχρονα, η Εκκλησία καλείται να σταθεί δίπλα σε όσους υποφέρουν. Με προσευχή, αλλά και με έμπρακτη αγάπη. Να στηρίζει, να παρηγορεί, να γίνεται φωνή υπέρ της ειρήνης και της συμφιλίωσης.

Ποιες είναι οι βασικές δράσεις τις Μητρόπολής τις για την αντιμετώπιση τις φτώχειας και πώς ανταποκρίνεται η τοπική κοινωνία σε αυτές τις πρωτοβουλίες;

Η φτώχεια σήμερα δεν είναι κάτι μακρινό ή θεωρητικό. Είναι μια καθημερινή πραγματικότητα που τη συναντάμε δίπλα μας σε οικογένειες, σε ηλικιωμένους, σε νέους ανθρώπους που δυσκολεύονται να σταθούν στα πόδια τους. Και η Εκκλησία δεν μπορεί να μένει αμέτοχη σε αυτό. Με τη χάρη του Θεού, όλα αυτά τα χρόνια έχουμε προσπαθήσει να αναπτύξουμε ένα ευρύ δίκτυο αγάπης και προσφοράς, που να μπορεί να ανταποκρίνεται όσο γίνεται πιο ουσιαστικά στις ανάγκες των ανθρώπων.

Βεβαίως, ένα πολύ σημαντικό έργο είναι η δημιουργία του «Ιωνικού Κέντρου» στην περιοχή του Περισσού, ενός πολυχώρου παιδείας, πολιτισμού και ιστορίας, που φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή. Και αυτό, διότι πιστεύω ότι η στήριξη του ανθρώπου δεν είναι μόνο υλική, αλλά και πνευματική και πολιτιστική.

Παράλληλα, έχουμε προχωρήσει στη δημιουργία τεσσάρων παιδικών σταθμών, στηρίζοντας έμπρακτα την οικογένεια και τους νέους γονείς, αλλά και δύο Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων, μία στην περιοχή της Ν. Ιωνίας και η άλλη στη Ν. Φιλαδέλφεια, γιατί οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας αξίζουν σεβασμό, αξίζουν φροντίδα και αξιοπρέπεια.


Ξεχωριστή φροντίδα έχουμε δώσει και στους πιο ευάλωτους συνανθρώπους μας. Στη Νέα Φιλαδέλφεια λειτουργούν Στέγες Υποστηριζόμενης Διαβίωσης για άτομα με νοητική υστέρηση ή σύνδρομο Down «Βασιλική Τζέρμπη», σε συνεργασία με το Ίδρυμα «Μαρία Κόκκορη» της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Εκεί, θα λέγαμε, ότι προσφέρεται ένα πραγματικό σπίτι, με ασφάλεια, αξιοπρέπεια και αγάπη, όπου οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να ζουν και να εντάσσονται ουσιαστικά στην κοινωνία.

Στον τομέα της άμεσης βοήθειας, λειτουργεί επίσης ένα Κοινωνικό Παντοπωλείο, μία Ιματιοθήκη, ενώ μέσα από τις οκτώ ενοριακές εστίες αγάπης σιτίζεται καθημερινά μεγάλος αριθμός οικογενειών. Εκεί βλέπει κανείς τι σημαίνει Εκκλησία στην πράξη, ένα πιάτο φαγητό, αλλά και ένα χαμόγελο, μια κουβέντα, μια ανθρώπινη παρουσία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η Τράπεζα Αίματος που έχουμε αναπτύξει σε συνεργασία με το Κωνσταντοπούλειο Γενικό Νοσοκομείο Νέας Ιωνίας, προσφέροντας αίμα σε συνανθρώπους μας που το έχουν ανάγκη. Είναι μια πράξη αγάπης που κυριολεκτικά σώζει ζωές.

Και με πολλή χαρά, φέτος το καλοκαίρι, με τη χάρη του Θεού, ξεκινούν τη λειτουργία τους και οι νέες κατασκηνώσεις της Ιεράς Μητροπόλεως στην περιοχή της Σφενδάλης του Δήμου Ωρωπού. Πρόκειται για έναν χώρο 22 περίπου τ.μ., που θα δώσει τη δυνατότητα σε παιδιά και νέους να ζήσουν εμπειρίες ζωής, να δημιουργήσουν σχέσεις, να γνωρίσουν την Εκκλησία με έναν πιο άμεσο και βιωματικό τρόπο.

Όλα αυτά, όμως, δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη στήριξη της τοπικής κοινωνίας. Και αυτό είναι κάτι που θέλω ιδιαίτερα να τονίσω. Οι άνθρωποι ανταποκρίνονται με συγκινητικό τρόπο. Προσφέρουν από το υστέρημά τους, γίνονται εθελοντές, στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Και αυτό δείχνει ότι μέσα στις δυσκολίες υπάρχει ακόμη ζωντανή η αλληλεγγύη. Τελικά, αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε, θεωρώ ότι είναι κάτι πολύ απλό, να μην αφήνουμε κανέναν μόνο του. Να δημιουργούμε μια κοινότητα όπου ο άνθρωπος θα βρίσκει στήριξη, αγάπη και ελπίδα. Και αυτό, πιστεύω, είναι η ουσία της Εκκλησίας.

Πώς αξιολογείτε, την εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης μέσω του «ΛΟΓΟΣ – LOGOS» στη ζωή της Εκκλησίας, και με ποιους τρόπους διασφαλίζεται ότι αυτό το καινοτόμο εργαλείο θα λειτουργεί συμπληρωματικά -και όχι υποκαταστατικά- προς την πνευματική καθοδήγηση του πιστού και την αγιοπνευματική εμπειρία της Ορθόδοξης Παράδοσης;

Η τεχνολογία είναι ένα εργαλείο. Και όπως κάθε εργαλείο, το πώς θα χρησιμοποιηθεί εξαρτάται από τον άνθρωπο και κυρίως από την ελευθερία του ανθρώπου. Όπως για παράδειγμα το μαχαίρι μπορεί να κόψει το ψωμί, αλλά μπορεί και να καταστεί δολοφονικό όπλο, έτσι και η τεχνολογία. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, μέσω του εργαλείου «ΛΟΓΟΣ – LOGOS», μπορεί να αποτελέσει μια ενδιαφέρουσα δυνατότητα για την Εκκλησία, ιδιαίτερα στον τομέα της ενημέρωσης και της πρόσβασης στη θεολογική γνώση. Θέλω βέβαια να τονίσω εδώ ότι πίσω από την προσπάθεια αυτή υπάρχει πολλή δουλειά. Μαζί με τους συνεργάτες μου προσπαθήσαμε με επιμονή να το εμπλουτίσουμε με αξιόπιστο και ουσιαστικό περιεχόμενο. Αντλήσαμε κείμενα από την Αγία Γραφή, από την πατερική παράδοση της Εκκλησίας μας, αλλά και από έγκυρες πηγές και ιστοσελίδες, ώστε το εργαλείο αυτό να μην είναι κάτι πρόχειρο ή επιφανειακό, αλλά να στηρίζεται σε στέρεες βάσεις. Ζούμε σε μια εποχή όπου ο άνθρωπος αναζητά άμεσα και γρήγορες απαντήσεις. Αν η Εκκλησία δεν είναι παρούσα σε αυτόν τον χώρο, τότε αφήνει ένα κενό. Όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Η Εκκλησία δεν είναι απλώς πληροφορία. Είναι εμπειρία, είναι σχέση, είναι ζωή. Γι’ αυτό και ένα τέτοιο εργαλείο δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαταστήσει την πνευματική καθοδήγηση. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον πνευματικό πατέρα, τη ζωντανή σχέση, τη συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως μια πρώτη προσέγγιση, ως μια βοήθεια, ως ένα στήριγμα για κάποιον που αναζητά. Η ευθύνη μας είναι να διασφαλίσουμε ότι αυτό θα παραμείνει στη σωστή του θέση: ως βοήθημα και όχι ως υποκατάστατο. Η τεχνολογία πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο και την πνευματική του πορεία, όχι να την αντικαθιστά. Προσωπικά, βλέπω το «ΛΟΓΟΣ – LOGOS» ως μια προσπάθεια να μιλήσουμε στον σύγχρονο άνθρωπο με τα μέσα της εποχής του, χωρίς όμως να χάσουμε την ουσία. Γιατί η πίστη δεν μεταδίδεται απλώς με λόγια ή δεδομένα, μεταδίδεται μέσα από τη ζωντανή εμπειρία της Εκκλησίας. Και εκεί βρίσκεται το όριο αλλά και η ευλογία. Nα αξιοποιούμε δηλαδή τα μέσα, χωρίς να ξεχνάμε ποτέ ότι το κέντρο είναι ο άνθρωπος και η σχέση του με τον Θεό.

Ποια είναι η εκτίμησή σας, για την αυξανόμενη επιρροή των social media στη ζωή των νέων και πώς μπορεί η Εκκλησία να αξιοποιήσει αυτά τα μέσα, ώστε να αποτελέσουν όχι απλώς χώρο επικοινωνίας, αλλά ουσιαστικής πνευματικής καλλιέργειας και διαλόγου;

Τα social media σήμερα αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής των νέων ανθρώπων. Είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν, εκφράζονται, ενημερώνονται. Δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε αυτό. Είναι μια πραγματικότητα που επηρεάζει βαθιά τον τρόπο σκέψης, τις σχέσεις και την καθημερινότητά τους. Από τη μία πλευρά, έχουν θετικά στοιχεία, φέρνουν δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, τους ανθρώπους πιο κοντά, δίνουν δυνατότητες έκφρασης, ανοίγουν δρόμους επικοινωνίας. Από την άλλη, όμως, κρύβουν και κινδύνους. Δημιουργούν επιφανειακές σχέσεις, συγκρίσεις, πιέσεις, προκαλούν απομόνωση, ακόμη και μια αίσθηση ότι ο άνθρωπος πρέπει συνεχώς να «φαίνεται» και όχι να είναι. Η Εκκλησία δεν μπορεί να στέκεται απέναντι σε αυτό με άρνηση. Οφείλει να είναι παρούσα. Όχι για να μιμηθεί τον κόσμο, αλλά για να δώσει ένα διαφορετικό ήθος μέσα σε αυτόν τον χώρο. Πιστεύω ότι τα social media μπορούν να γίνουν ένα εργαλείο ουσιαστικής επικοινωνίας, αρκεί να χρησιμοποιηθούν σωστά. Να μην περιορίζονται σε επιφανειακά μηνύματα, αλλά να προσφέρουν λόγο αληθινό, απλό και κατανοητό. Να ανοίγουν διάλογο, να δίνουν χώρο σε ερωτήματα, να αγγίζουν την καρδιά του ανθρώπου. Ιδιαίτερα για τους νέους, είναι σημαντικό να νιώσουν ότι η Εκκλησία τους καταλαβαίνει και μιλά τη γλώσσα τους, χωρίς όμως να χάνει την αλήθεια της. Να μπορούν να βρουν μέσα από αυτά τα μέσα μια λέξη που θα τους στηρίξει, μια σκέψη που θα τους βοηθήσει, μια παρουσία που θα τους θυμίσει ότι δεν είναι μόνοι. Και γι’ αυτό στην Μητρόπολή μας έχουμε δημιουργήσει μία μεγάλη πλατφόρμα, που δόξα τω Θεώ, μέχρι σήμερα τυγχάνει γενναίας ανταπόκρισης, από τα νέα κυρίως παιδιά. Ταυτόχρονα όμως, χρειάζεται και διάκριση. Τα social media δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την πραγματική σχέση. Δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εμπειρία της Εκκλησίας, τη συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο, τη συμμετοχή στη λατρεία και στα μυστήρια. Γι’ αυτό και ο στόχος δεν είναι απλώς η «παρουσία» της Εκκλησίας στα μέσα αυτά, αλλά η σωστή παρουσία. Να είναι μια φωνή ήρεμη, αληθινή, χωρίς θόρυβο, χωρίς υπερβολές. Να καλλιεργεί, να εμπνέει, να οδηγεί τον άνθρωπο από την οθόνη στη ζωντανή εμπειρία, στην εμπειρία και στην γνώση του Ευαγγελίου. Γιατί τελικά, τα μέσα είναι το ξεκίνημα. Η ουσία βρίσκεται στη σχέση. Και εκεί καλείται η Εκκλησία να οδηγήσει τον άνθρωπο, από την επικοινωνία στην κοινωνία και από την πληροφορία στη ζωή.

Υπάρχει κάποιο περιστατικό από την ποιμαντική σας διακονία ως Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας που σας έχει σημαδέψει και θα θέλατε να μοιραστείτε με τους αναγνώστες, ως εμπειρία πίστης, δοκιμασίας ή ελπίδας;

Κοιτάξτε, υπάρχουν πολλά περιστατικά που σε σημαδεύουν μέσα στην πορεία της ποιμαντικής διακονίας. Ομως, αν θα ξεχώριζα κάτι, θα έλεγα ότι είναι μια εμπειρία πολύ προσωπική, που με άγγιξε βαθιά και με έκανε να δω τη ζωή με άλλο μάτι. Αφορά έναν πολύ κοντινό μου συνεργάτη, έναν άνθρωπο με τον οποίο πορευόμαστε μαζί χρόνια. Σε κάποια στιγμή της ζωής του βρέθηκε αντιμέτωπος με μια σοβαρή δοκιμασία υγείας, μια μορφή καρκίνου. Ηταν μια περίοδος δύσκολη, με θεραπείες, με χημειοθεραπείες, με αγωνία, με φόβο, αλλά και με πολλή προσευχή. Εκείνες τις στιγμές ήμασταν πολύ κοντά. Βρέθηκα δίπλα του σε αυτή τη δοκιμασία και βίωσα από πρώτο χέρι τις δύσκολες μέρες, τις σιωπές, τις ερωτήσεις που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις. Και αυτό που με συγκλόνισε ήταν η δύναμη της πίστης μέσα σε αυτή τη δοκιμασία. Δεν ήταν μια θεωρητική πίστη. Ήταν μια στάση ζωής. Μέσα από τον πόνο, άρχισε να ξεκαθαρίζει μέσα του, και μέσα μου, τι έχει πραγματική αξία. Τα απλά πράγματα. Η παρουσία, η αγάπη, η σχέση, η προσευχή. Κατάλαβα ακόμη πιο βαθιά ότι ο άνθρωπος, όταν φτάνει σε τέτοιες στιγμές, δεν κρατιέται από τα πολλά, αλλά από τα ουσιαστικά. Δόξα τω Θεώ, αυτή η δοκιμασία πέρασε, και σήμερα ο άνθρωπος αυτός στέκεται όρθιος. Αλλά η εμπειρία αυτή μας άλλαξε. Μας δίδαξε να βλέπουμε αλλιώς τη ζωή, να εκτιμούμε το κάθε τι, να μην θεωρούμε τίποτα δεδομένο. Για μένα προσωπικά, ήταν ένα μεγάλο μάθημα. Ότι τελικά η πίστη δεν δοκιμάζεται στα εύκολα, αλλά στα δύσκολα. Και εκεί αποκαλύπτεται η δύναμή της.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑ