Νατσιός στο Πρώτο Θέμα: «Δεν μπήκαμε στη Βουλή για να συγκολληθούμε – μπήκαμε για να αντισταθούμε»
Η είσοδος ενός ανθρώπου χωρίς προηγούμενη επαγγελματική ή κομματική διαδρομή στην πολιτική, απευθείας στην ηγεσία ενός κοινοβουλευτικού κόμματος, συνιστά από μόνη της πολιτικό γεγονός. Στην εκτενή συνέντευξή του στο Πρώτο Θέμα, ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ, Δημήτρης Νατσιός, μίλησε χωρίς επικοινωνιακά φίλτρα για τη διαδρομή του, τις πολιτικές του θέσεις και τα όρια που θέτει το κίνημα σε μια εποχή πολιτικής ρευστότητας και ιδεολογικής σύγχυσης.
Απαντώντας στον Αντώνη Σρόιτερ, περιέγραψε τις πρώτες του ημέρες στη Βουλή με μια εικόνα που συμπυκνώνει την εμπειρία του: «Όπως τα πρωτάκια στο σχολείο που ψάχνουν τη μαμά τους, έτσι ένιωθα κι εγώ. Ένα κανονικό πρωτάκι». Από τη σχολική αίθουσα, έναν χώρο παιδαγωγικής σχέσης και χαράς, βρέθηκε –όπως είπε– «σε έναν θεσμό βαριάς πολιτικής ευθύνης, όπου οι αποφάσεις αφορούν άμεσα την τύχη της πατρίδας και ενός λαού που δοκιμάζεται». Η πολιτική, κατά την εμπειρία του, «είναι μια διαρκής εναλλαγή συναισθημάτων: χαρές, λύπες, αγωνία, αϋπνία και, πάνω απ’ όλα, ευθύνη».
Δεν έκρυψε ότι αρχικά αναρωτήθηκε αν ανήκει σε αυτόν τον χώρο και αν μπορεί να ανταποκριθεί. Αντί όμως να υποχωρήσει, επέλεξε τη μελέτη και τη συστηματική προσπάθεια, ώστε να κατανοήσει το θεσμικό πλαίσιο της Βουλής και να βρει «την περπατησιά» του. Δηλώνει ακόμη και σήμερα μαθητής της πολιτικής διαδικασίας, θεωρώντας ότι «η διαρκής μάθηση δεν αποτελεί αδυναμία αλλά αρετή».
Ιδιαίτερη μνεία έκανε στη διάψευση προσδοκιών που είχε για πρόσωπα της πολιτικής σκηνής. Η εικόνα της τηλεόρασης δεν επιβεβαιώθηκε από την άμεση επαφή. «Ένιωσα απογοήτευση διαπιστώνοντας ότι πολλοί από όσους κρατούν στα χέρια τους κρίσιμες αποφάσεις δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της ευθύνης που τους αναλογεί», ανέφερε, χωρίς να απαξιώνει συλλήβδην, αλλά καταγράφοντας έναν χώρο που συχνά προκαλεί πλήξη και δυσάρεστη έκπληξη.
Για την εκλογική είσοδο της ΝΙΚΗΣ στη Βουλή, παραδέχθηκε ότι το Κίνημα κινήθηκε αρχικά «κάτω από τα ραντάρ». Λίγους μήνες πριν από τις εκλογές, ωστόσο, οι περιοδείες αποκάλυψαν αυξανόμενη κοινωνική ανταπόκριση. Το ενδεχόμενο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης δεν του προκάλεσε ενθουσιασμό αλλά αγωνία για τις ευθύνες της επόμενης ημέρας. Απέκρουσε δε κατηγορηματικά τις ερμηνείες περί «καθοδήγησης» από την Εκκλησία ή τα μοναστήρια, υπογραμμίζοντας ότι «περίπου 200.000 πολίτες δεν εξηγούνται με απλουστευτικούς ισχυρισμούς, τα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν εκλογική βάση κυρίως στις ηλικίες 30–50 ετών, ανθρώπους παραγωγικούς, με οικογένειες και έντονη αγωνία για το μέλλον».
Στο ζήτημα της ακυβερνησίας, τόνισε ότι η δημοκρατία δεν οδηγείται σε αδιέξοδα. «Κυβέρνηση θα σχηματιστεί είτε μέσω συγκλίσεων είτε, αν χρειαστεί, μέσω νέων εκλογών. Η ΝΙΚΗ, όμως, δεν πρόκειται να εγκαταλείψει αρχές και αξίες για χάρη της εξουσίας». Απέρριψε τη λογική της «κυβερνησιμότητας με κάθε κόστος», ξεκαθαρίζοντας ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές προγραμματικές συγκλίσεις με τα κόμματα του συστήματος και ότι η πορεία του κινήματος είναι αυτόνομη. Με δηκτική αναφορά στο ΠΑΣΟΚ, μίλησε για πολιτικές δυνάμεις που εμφανίζονται αυτόνομες, ενώ διατηρούν διαχρονικές συγγένειες με τη Νέα Δημοκρατία, εκφράζοντας βεβαιότητα ότι «πραγματικό πρόβλημα ακυβερνησίας δεν θα υπάρξει, καθώς τα ιδεολογικά «τείχη» έχουν προ πολλού καταρρεύσει».
Αναφορικά με τη Μαρία Καρυστιανού, ξεκαθάρισε ότι «άλλο ο σεβασμός προς ένα πρόσωπο και άλλο η πολιτική στήριξη, οι ψηφοφόροι της ΝΙΚΗΣ είναι ελεύθεροι και θα κρίνουν με βάση συγκεκριμένες θέσεις και πρόγραμμα». Εξέφρασε προσωπικό σεβασμό προς την ίδια, καταγγέλλοντας όμως τον δημόσιο «κανιβαλισμό» και τη γελοιοποίηση που συχνά επιστρατεύεται για την εξόντωση ενοχλητικών προσώπων. Υπήρξε κατηγορηματικός ότι «δεν τίθεται θέμα συνεργασίας, καθώς η ΝΙΚΗ διαθέτει ολοκληρωμένο κυβερνητικό σχέδιο και δεν επιδιώκει συγκολλήσεις ευκαιρίας».
Ένα από τα πιο παρεξηγημένα σημεία αφορά τη στάση της ΝΙΚΗΣ στο ζήτημα των αμβλώσεων. Ο Δημήτρης Νατσιός μετέφερε τη συζήτηση από την ποινικοποίηση στην κοινωνική ευθύνη, επιμένοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι η απαγόρευση, αλλά η εγκατάλειψη της γυναίκας. Εμπνεόμενος από τις αρχές του Ευαγγελίου, χωρίς διάθεση επιβολής, έθεσε το ερώτημα «γιατί μια γυναίκα φτάνει να θεωρεί την άμβλωση μοναδική διέξοδο». Υπογράμμισε την ανάγκη προληπτικής κρατικής μέριμνας με ψυχολογική, ιατρική, νομική και οικονομική στήριξη, επισημαίνοντας ότι «η άμβλωση συχνά αφήνει βαθιά και δια βίου ψυχικά τραύματα». Αναφέρθηκε σε διεθνή παραδείγματα όπου η ουσιαστική στήριξη οδήγησε σε μείωση των αμβλώσεων και ενίσχυση του δημογραφικού, δίνοντας έμφαση και στις ακραίες περιπτώσεις, όπως ο βιασμός, όπου –όπως είπε– «η απάντηση δεν μπορεί να είναι η κοινωνική εγκατάλειψη».
Απορρίπτοντας τον χαρακτηρισμό περί «θεοκρατικής αντίληψης», ξεκαθάρισε ότι «άλλο η έμπνευση από έναν ηθικό κώδικα και άλλο η επιβολή δογμάτων». Η πίστη, κατά τον ίδιο, λειτουργεί ως εσωτερικό ανάχωμα απέναντι στη διαφθορά και όχι ως εργαλείο επίδειξης. Αναγνώρισε πλήρως τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας, τονίζοντας ότι κάθε απόπειρα συγχώνευσης οδηγεί σε αυταρχισμό.
Στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, προσέγγισε το άρθρο 86 ως πολιτικό και ηθικό πρόβλημα και υπενθύμισε ότι «η αναθεώρηση του 2001 επί Κώστα Σημίτη αφαίρεσε την πρωτοβουλία από τη Δικαιοσύνη, μετατρέποντας τις κοινοβουλευτικές επιτροπές σε συχνά γελοιοποιημένες διαδικασίες». Για τις προτάσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη, εμφανίστηκε επιφυλακτικός, θέτοντας ως προϋπόθεση την πλήρη αποδέσμευση από τη Βουλή και την ουσιαστική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Ιδιαίτερα αιχμηρός υπήρξε για την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, την οποία χαρακτήρισε «κόκκινη γραμμή», υπενθυμίζοντας ότι θεσπίστηκε το 1911 από τον Ελευθέριος Βενιζέλος για την προστασία από την κομματική αυθαιρεσία. «Το πρόβλημα δεν είναι η μονιμότητα αλλά η κομματοκρατία και η μη λειτουργία των πειθαρχικών μηχανισμών», ξεκαθάρισε. Ανάλογη κριτική άσκησε και στην ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, υπερασπιζόμενος το άρθρο 16 και τονίζοντας ότι η «παιδεία δεν είναι αγορά».
Στο θέμα του γάμου και του συμφώνου συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών, ανέφερε ότι «ο πρόσφατος νόμος αποτέλεσε αχρείαστη σπατάλη κοινοβουλευτικού χρόνου και η ΝΙΚΗ θα καταργήσει τόσο τον νόμο όσο και το σύμφωνο συμβίωσης», επιμένοντας στον σεβασμό προς τα πρόσωπα αλλά και στο δικαίωμα ενός κόμματος να θέτει αξιακά κριτήρια εκπροσώπησης.
Απαντώντας στις αναφορές για τη θεωρία του Δαρβίνου, ξεκαθάρισε ότι «δεν αμφισβητώ την επιστήμη ως μέθοδο, αλλά παραμένω προσηλωμένος στην ορθόδοξη ανθρωπολογία, επιστήμη και πίστη δεν συγκρούονται αλλά συνυπάρχουν ως διαφορετικοί δρόμοι αναζήτησης της αλήθειας».
Στα εθνικά θέματα, μίλησε με λόγο ευθύ. Αναφέρθηκε στην παρουσία του στην Κάλυμνο για την επέτειο των Ιμίων και στη στάση του απέναντι στην Τουρκία, δηλώνοντας κάθετα αντίθετος σε συναντήσεις κορυφής με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όσο αμφισβητούνται κυριαρχικά δικαιώματα. «Όσο υποχωρείς, ο άλλος ζητά περισσότερα», τόνισε.
Η συνέντευξη έκλεισε με αναφορά στον αγροτικό κόσμο και το σκάνδαλο επιδοτήσεων, το οποίο χαρακτήρισε ως «σύμπτωμα ενός κράτους που ανέχεται τη διαφθορά εις βάρος των έντιμων παραγωγών». Σε προσωπικό επίπεδο, μίλησε για την αγάπη του για το διάβασμα, την οικογένεια και τις ρίζες του, κλείνοντας με τον άξονα που –όπως είπε– καθορίζει τη ζωή και την πολιτική του στάση: πίστη, πατρίδα και οικογένεια, ως βιωμένη εμπειρία.
Παρακολουθείστε εδώ ολόκληρη τη συνέντευξη του προέδρου της ΝΙΚΗΣ, Δημήτρη Νατσιού:
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
ΙΛΕΓ ΦΙΛΙΠΠΟΣ - Βιβλιοπαρουσίαση
09 Φεβρουαρίου 2026 -
Παρουσία και θετικό κλίμα στον ετήσιο χορό του Κυνηγετικού Συλλόγου Γιαννιτσών
09 Φεβρουαρίου 2026 -
Άρης Αμπελιών: Συνεργασία με προοπτική και όραμα για το μέλλον του συλλόγου
09 Φεβρουαρίου 2026
ΣΧΟΛΙΑ