ΝΙΚΗ -Το Σύστημα Μενδώνη – Διδασκάλου: Επτά Χρόνια Υποταγής της Πολιτιστικής Κληρονομιάς στα Ιδιωτικά Συμφέροντα
Το Σύστημα Μενδώνη – Διδασκάλου: Επτά Χρόνια Υποταγής της Πολιτιστικής Κληρονομιάς στα Ιδιωτικά Συμφέροντα
Η παραίτηση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού κ. Διδασκάλου, στον απόηχο των αποκαλύψεων για το σκάνδαλο των πολεοδομιών, ανοίγει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τη συζήτηση για το τι ακριβώς συνέβη στο Υπουργείο Πολιτισμού τα τελευταία χρόνια και ποιο ήταν το πραγματικό περιεχόμενο της πολιτικής που εφαρμόστηκε στο όνομα της ανάπτυξης.
Όποιος επιχειρήσει να εξετάσει τις τελευταίες εξελίξεις αποκομμένα από όσα προηγήθηκαν, θα δει μόνο ένα μέρος της εικόνας. Όποιος, όμως, παρακολουθήσει τη διαδρομή των αποφάσεων που ελήφθησαν την τελευταία επταετία στο Υπουργείο Πολιτισμού επί Υπουργίας της κ. Μενδώνη, θα διαπιστώσει ότι οι σημερινές εξελίξεις εντάσσονται σε μια σταθερή πολιτική αντίληψη, η οποία αντιμετώπισε την πολιτιστική κληρονομιά ως πεδίο διαχείρισης επενδυτικών, τουριστικών και επιχειρηματικών σχεδιασμών.
Έπαψε πια ο πολιτισμός μας να είναι δημόσιο αγαθό που απαιτεί αυστηρή προστασία κι έγινε στην καλύτερη περίπτωση ντεκόρ σε ιδιωτικές εκδηλώσεις, ενώ σε άλλες, θυσία σε επενδυτικά σχέδια.
Η υπόθεση των αρχαίων της Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη αποτέλεσε ίσως το πρώτο μεγάλο σημείο καμπής. Η επιλογή της απόσπασης και επανατοποθέτησης ενός μοναδικού βυζαντινού μνημειακού συνόλου, παρά τις σοβαρές αντιδράσεις μεγάλου τμήματος της επιστημονικής κοινότητας, ανέδειξε μια νέα ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Για πρώτη φορά η πολιτιστική κληρονομιά κλήθηκε να προσαρμοστεί στις ανάγκες της κατασκευής και όχι η κατασκευή στις ανάγκες της προστασίας.
Το ίδιο μοτίβο επανεμφανίστηκε στην υπόθεση του λόφου Παπούρα στην Κρήτη. Η αποκάλυψη ενός μοναδικού μινωικού μνημείου παγκόσμιας σημασίας θα ανέμενε κανείς ότι θα οδηγούσε σε συνολική επανεξέταση των τεχνικών σχεδιασμών που το περιέβαλλαν. Αντιθέτως, η συζήτηση οργανώθηκε γύρω από το πώς θα διατηρηθούν οι βασικές επιλογές του έργου χωρίς να ανατραπεί το επενδυτικό και τεχνικό χρονοδιάγραμμα. Για ακόμη μία φορά, η προστασία του μνημείου τέθηκε σε δεύτερη μοίρα.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάστηκε στη Μονεμβασιά και στο Δικταίο Άντρο. Τα σχέδια εγκατάστασης τελεφερίκ παρουσιάστηκαν ως έργα προσβασιμότητας. Όμως, η ουσία της αντιπαράθεσης αφορούσε την ίδια τη φιλοσοφία διαχείρισης των μνημείων. Η μετατροπή μοναδικών ιστορικών τοπίων σε αντικείμενα τουριστικής αξιοποίησης απομακρύνει την πολιτική διαχείρισής τους από την αρχή της προστασίας και την εντάσσει στη λογική της αγοράς, των επενδυτικών αποδόσεων και της διαρκούς εμπορικής εκμετάλλευσης.
Το ίδιο αποτύπωμα συναντά κανείς στις διαστρώσεις της Ακρόπολης, στις υποθέσεις ενεργειακών έργων σε περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, στις αποφάσεις που αφορούσαν ιστορικά τοπία και πολιτιστικά αγαθά, ακόμη και στη διαχείριση ιστορικών χρήσεων κτιρίων με ιδιαίτερο πολιτιστικό φορτίο., όπως ο θερινός κινηματογράφος ΠΑΛΑΣ. Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, το αποτέλεσμα μπορεί να ήταν διαφορετικό. Η λογική όμως παρέμενε σταθερή: η πολιτιστική κληρονομιά όφειλε να συνυπάρξει με τις επενδυτικές επιδιώξεις χωρίς να τις ανατρέπει.
Το κρίσιμο στοιχείο εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι αποφάσεις ελήφθησαν. Επί σειρά ετών διαμορφώθηκε η εντύπωση ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες, οι τοπικές γνωμοδοτήσεις και οι επιστημονικές επιφυλάξεις υποχωρούσαν συστηματικά μπροστά στις τελικές επιλογές της πολιτικής ηγεσίας. Η συσσώρευση τέτοιων περιστατικών δημιούργησε ένα σοβαρό πρόβλημα εμπιστοσύνης απέναντι στα κεντρικά γνωμοδοτικά όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού, επειδή αμφισβητήθηκε η δυνατότητά τους να λειτουργούν ως πραγματικά ανεξάρτητα φίλτρα προστασίας.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το νήμα που συνδέει το σκάνδαλο των πολεοδομιών με όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια στο Υπουργείο Πολιτισμού. Στον Βενιζέλο, στην Παπούρα, στη Μονεμβασιά, στις εγκρίσεις έργων ΑΠΕ δίπλα σε μνημεία και ιστορικά τοπία, οι αποφάσεις ακολούθησαν σταθερά την ίδια κατεύθυνση: τα έργα προχωρούσαν, οι επενδύσεις προχωρούσαν, οι επιχειρηματικοί σχεδιασμοί προχωρούσαν. Τα μνημεία ήταν εκείνα που όφειλαν κάθε φορά να προσαρμοστούν.
Γι' αυτό η σημερινή κρίση υπερβαίνει κατά πολύ μια παραίτηση ή μια δικογραφία. Αφορά το πολιτικό σύστημα αποφάσεων που κυριάρχησε στο Υπουργείο Πολιτισμού επί επτά χρόνια. Αφορά τη συστηματική παραγνώριση εισηγήσεων υπηρεσιών, την απαξίωση επιστημονικών ενστάσεων, την ανατροπή αποφάσεων τοπικών συμβουλίων και τη μετατροπή των κεντρικών γνωμοδοτικών οργάνων σε υπάκουα όργανα μιας προδιαγεγραμμένης πολιτικής.
Το αποτέλεσμα το ζούμε καθημερινά. Μνημεία που τραυματίστηκαν, ιστορικά τοπία που αλλοιώθηκαν, υπηρεσίες που περιθωριοποιήθηκαν, αρχαιολογικοί χώροι που έγιναν χώροι δεξίωσης ή φόντο για πασαρέλα και μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις για την πολιτιστική κληρονομιά.
Αυτή είναι η πολιτική που ακολούθησε η πιο «επιτυχημένη υπουργός», κατά τον Άδωνι Γεωργιάδη. Η Υπουργός που έβαλε στον πολιτισμό μας πωλητήριο.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟ ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ "ΝΙΚΗ"
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
Ψηφιακή Επαγρύπνηση. Η ανάγκη μιας νέας δημοκρατικής εγρήγορσης
18 Ιουνίου 2026
ΣΧΟΛΙΑ