close search results icon

Νίκος Αγγελίδης: Αναρωτιόμουν ποιο ήταν το συναίσθημα που κυριαρχούσε στο βλέμμα του και κυρίως στην ψυχή του

Νίκος Αγγελίδης: Αναρωτιόμουν ποιο ήταν το συναίσθημα που κυριαρχούσε στο βλέμμα του και κυρίως στην ψυχή του

Ο Νίκος Αγγελίδης γράφει για τον Σολωμό Σολωμού

1969- 14 Αυγούστου 1996

Πιότερο κι από τις άλλες φωτογραφίες που ακολούθησαν, με τον Σολωμό πνιγμένο στο αίμα, αυτή η φωτογραφία, με το τσιγάρο στο στόμα, ελάχιστα λεπτά πριν τη δολοφονία του, με κατατρύχει εδώ και χρόνια.

Βασανιζόμουν νά βρω τι ήταν αυτό που με βασάνιζε όταν την κοιτούσα. Αναρωτιόμουν ποιο ήταν το συναίσθημα που κυριαρχούσε στο βλέμμα του και κυρίως στην ψυχή του.

Οργή ήταν η πρώτη εύκολη απάντηση. Οργή για το «πανί», που ορκίστηκε την ημέρα της δολοφονίας του Τάσου Ισαάκ πως θα κατεβάσει από το τουρκικό φυλάκιο. Το πανί που λερώνει από το 1974 τη «Γη της λεμονιάς, της ελιάς τη Γη της αγκαλιάς, της χαράς».

Δε μου φτανε όμως αυτή η απάντηση. Ήτανε λίγη μπροστά στο πολύ. Και το πολύ ήταν η μεγαλοσύνη, που μόνο στη ματιά αυτού του παλικαριού εύρισκε τόπο να χωρέσει. Μετρήθηκε εκεί η Μεγαλοσύνη του, με της καρδιάς του το πύρωμα και το αίμα του.

«Κάμετε τη δουλειά σας κι αυτή είναι δουλειά δική μου» έτσι απάντησε όταν του είπαν να μην κάνει καμιά «κουταμάρα». Θέλεις να ΄χε πάρει της μετρητοίς τα λόγια του μεγάλου Κρητικού « Ν’ αγαπάς την ευθύνη να λες εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω» Και πήρε όλη την ευθύνη πάνω του να άρει για μια στιγμή την εθνική μας αβελτηρία.

Δε του αρκούσαν οι διαπιστώσεις των πολλών, για την προδοσία των χουντικών και τα λάθη των πολιτικών. Η Κύπρος του ήταν Εκεί, και η Ελλάδα του δεν «Έκειτο μακράν». Θρόνιαζε μες την καρδιά του, κανοναρχούσε τις πράξεις του.

Δεν ήταν πράξη απερίσκεπτη. Ούτε απόρροια θυμικού. Ήταν πράξη βαθιάς επίγνωσης και αυτογνωσίας. Για το τι επρόκειτο να κάνει και το τι είναι πιθανόν να του συμβεί. Τα ζύγιασε μέσα του και τ’ αποφάσισε.

Δείτε τον. Μοιάζει σαν να μην τον ανησυχούν οι κάνες των δειλών που τον σημαδεύουν από απέναντι. Σαν ν αναμετριέται με τον ιστό και όχι με το επέκεινα. «Πόσα μέτρα ύψος να’ ναι; Να τελειώσω λες το τσιγάρο πρώτα; Δε γαμ…. πάω τώρα» Σκέψεις χειροπιαστές, γι’ αυτό και αληθινά μεγαλόπνοες. Σκέψεις που κάνουν οι ήρωες, δηλαδή οι απλοί άνθρωποι. «Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε: τέτοιες σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». Έτσι μόνο θα λάβει αντίδωρο η θυσία του Σολωμού. Αν σηκωθούμε κι εμείς λίγο ψηλότερα, να δούμε τη θάλασσα της Κερύνειας να κυματίζει.

«Πού πας ρε μαλάκα; θα σε φάνε» έτσι του φώναξαν. Πόσο ελληνικό! Μέσα όμως από το βένθος των αιώνων της ελληνικής ιστορίας ανάβλυσε και η απάντησή του. Όχι με λόγια. Είχε χορτάσει κι αυτός από λόγια. Αυτά που πάντα όλοι ξέρουμε τι πρέπει να γίνει, αλλά είναι άλλοι αυτοί που πρέπει να το κάνουν. Πλάνταξε η ψυχή του τόσα χρόνια, κι ας ήταν μόλις 26 χρονών, να βλέπει την Κύπρο του υπόδουλη τη μισή, το σπίτι του «στοιχειό να τον προσκαλεί· ψυχή, να τον προσμένει». Την ψυχή του ήθελε ν ανταμώσει, να ενωθεί με το μισό που του έλειπε.

Και το κανε αντρίκεια και ελληνικά, γι’ αυτό ακριβώς πανανθρώπινα και οικουμενικά. Ένωσε το δίκιο με τη λευτεριά. Σκαρφάλωσε στα υψηλοτέρα ιδεώδη του ανθρώπου κι από κει κουρέλιασε και ξήλωσε την πλερέζα της υποτέλειας και της υποταγής.

Πότισε με το αίμα του τις ξεραμένες συνειδήσεις.

Ο Σολωμός ήξερε που πήγαινε. Εύχομαι να ξέρει και ο καθένας από μας.

Αγγελίδης Νίκος

Δάσκαλος, Πρώην Διευθυντής Α/θμιας Εκπ/σης Πέλλας



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑ