close search results icon

Όταν η πολιτική χιονόμπαλα γίνεται παγόβουνο

Όταν η πολιτική χιονόμπαλα γίνεται παγόβουνο


Στην ελληνική πολιτική σκηνή έχουμε δει πολλές φορές μικρές υποθέσεις να διογκώνονται σε τέτοιο βαθμό, που τελικά να μοιάζουν με μείζονα σκάνδαλα. Η πρόσφατη περίπτωση του Μακάριου Λαζαρίδη είναι, κατά την άποψή μου, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαχρονικής παθογένειας.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή: ο ίδιος δεν κατάφερε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον εαυτό του. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι όλα όσα του αποδόθηκαν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αν δούμε το ζήτημα ψύχραιμα και χωρίς πολιτικά φίλτρα, η ιστορία δεν εξελίχθηκε ακριβώς όπως παρουσιάστηκε – και σίγουρα όχι όπως τελικά μεγενθύνθηκε.

Πρώτα απ’ όλα, δεν μιλάμε για τον πρόσφατο διορισμό του ως υφυπουργού. Είναι γνωστό ότι η κατοχή πανεπιστημιακού πτυχίου δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την ανάληψη υπουργικού αξιώματος. Η ελληνική πολιτική ιστορία βρίθει παραδειγμάτων, από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, που το επιβεβαιώνουν.

Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται σχεδόν είκοσι χρόνια πίσω, στην περίοδο της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή. Τότε, ο διορισμός του έγινε σε θέση που απαιτούσε πανεπιστημιακό τίτλο. Στην πράξη, η διαδικασία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι συγκεκριμένη: ο ενδιαφερόμενος δηλώνει ότι διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα και στη συνέχεια καλείται να τα προσκομίσει. Δεν γίνεται επιτόπου εις βάθος έλεγχος, αλλά κατατίθεται το σχετικό έγγραφο και η υπηρεσία το αποδέχεται ή το απορρίπτει.

Είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ο Λαζαρίδης προσκόμισε κάποιον τίτλο σπουδών – πιθανότατα από ιδιωτικό κολλέγιο – τον οποίο η αρμόδια υπηρεσία έκανε δεκτό. Αν υπάρχει σφάλμα, τότε αυτό δεν είναι μονοσήμαντο ούτε αυτονόητα δόλιας πρόθεσης. Αντίθετα, φαίνεται περισσότερο ως μια διοικητική αποδοχή ενός εγγράφου, παρά ως μια οργανωμένη «απάτη», όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί.

Κι όμως, η δημόσια εικόνα που διαμορφώθηκε ήταν αυτή ενός ανθρώπου που «εξαπάτησε το σύστημα» σε μεγάλη κλίμακα. Μια εικόνα υπερβολική, σχεδόν καρικατουρίστικη, που δύσκολα αντέχει σε μια πιο νηφάλια ανάγνωση των γεγονότων.

Βεβαίως, σε αυτό το σημείο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και τη δική του ευθύνη. Η διαχείριση της κρίσης υπήρξε, τουλάχιστον, ατυχής. Οι δημόσιες τοποθετήσεις και οι συνεντεύξεις που ακολούθησαν όχι μόνο δεν αποφόρτισαν την κατάσταση, αλλά λειτούργησαν επιβαρυντικά, δίνοντας χώρο σε περαιτέρω παρερμηνείες και εντάσεις.

Κάποιοι θα αναρωτηθούν: γιατί να υπερασπιστεί κανείς έναν πολιτικό που βρίσκεται στο στόχαστρο; Η απάντηση είναι απλή. Δεν πρόκειται για προσωπική υπεράσπιση, ούτε για πολιτική ταύτιση. Πρόκειται για την ανάγκη να μην αποδεχόμαστε άκριτα μια αφήγηση όταν αυτή δείχνει να αποκλίνει από τα πραγματικά δεδομένα.

Στην πολιτική αντιπαράθεση, ειδικά όταν απουσιάζουν ισχυρά επιχειρήματα σε μεγάλα ζητήματα, συχνά παρατηρείται η τάση να διογκώνονται τα μικρά. Να μετατρέπονται δευτερεύουσες υποθέσεις σε κεντρικά πεδία σύγκρουσης. Μια πρακτική που θυμίζει περισσότερο τον Δον Κιχώτη να μάχεται ανεμόμυλους, παρά μια ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση.

Από την άλλη πλευρά, όταν ο ίδιος ο πρωταγωνιστής δεν καταφέρνει να αποτρέψει αυτή τη μετατροπή, τότε η κατάληξη είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Η «χιονόμπαλα» γίνεται «παγόβουνο» και η πίεση οδηγεί σε μία και μοναδική διέξοδο: την παραίτηση.

Ίσως τελικά το βασικό δίδαγμα αυτής της υπόθεσης να μην αφορά τόσο το ίδιο το γεγονός, όσο τον τρόπο με τον οποίο αυτό παρουσιάστηκε, διογκώθηκε και διαχειρίστηκε. Γιατί στην πολιτική, πολλές φορές, η εικόνα αποδεικνύεται ισχυρότερη από την ουσία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑ