close search results icon

Πλατεία Σαφραμπόλεως ώρα 0

Πλατεία Σαφραμπόλεως ώρα 0

Η φύση του ανθρώπου δεν αντέχει εύκολα την αλλαγή. Η αλλαγή εν τη γενέσει της ξενίζει. Ταράζει τα ήρεμα νερά της ασφάλειας. Και τώρα που η πλατεία μας αλλάζει όψη, τώρα που ξεπροβόδισε και το τελευταίο λεωφορείο από το παλιό ΚΤΕΛ, τώρα που ξερίζωσε το τελευταίο ιστορικό περίπτερο της γειτονιάς, και τώρα που έσβησε και την τελευταία λάμπα της ψηλής κολόνας στη μέση, τώρα κλείνει και το τελευταίο ιστορικό, μικρό, λιτό και απέριττο καφενείο. Κλείνει με έναν τρόπο άχαρο, με έναν θάνατο αδόκητο. Ο Λεωνίδας Χατζηπαυλίδης, ο χαμογελαστός καφετζής της πλατείας Σαφραμπόλεως έκλεισε έναν κύκλο που άνοιξαν κάποτε οι παλιοί Σαφραμπολίτες ερχόμενοι ως πρόσφυγες στη Σκύδρα.

Μεγαλωμένη σε ένα χαμόσπιτο ανάμεσα στα σπίτια Σαφραμπολιτών, (όχι όμως Σαφραμπολίτισσα η ίδια) σε ένα σημείο που σηκώθηκε πια μια τεράστια πολυκατοικία αντιπαροχής αναμνήσεων και βιωμάτων (πόσο κοστίζει άραγε η μνήμη της παιδικής μας ηλικίας στο ξεπούλημα;) με κατακλύζουν εικόνες μιας γειτονιάς από πρόσωπα και μαγαζιά που χάραξαν την καρδιά της μικρής μας πόλης: από τον κυρ Παύλο τον Χατζηβασιλειάδη και το τσαγκαράδικό του, τον κυρ Νίκο τον Κοκκινίδη, τον κυρ Νίκο και τον κυρ Ηλία Ιωσηφίδηστο παλιό ΚΤΕΛ, μέχρι και το ίδιο το ΚΤΕΛ, τα λεωφορεία του, τα ιστορικά του μεγάφωνα με τις αναγγελίες δρομολογίων στα πέριξ, αλλά και τα πλακάκια στα πεζοδρόμια της πλατείας που ήταν πάντα χαραγμένα από κεραμίδι με αριθμούς για να παίζουμε κουτσό, τις φωνές όλων εμάς των παιδιών που ενοχλούσαμε τον μπαρμπα-Ιωσήφ με τα μαύρα κοκάλινα γυαλιά του, το σιδεράδικο του Τάκη, τον κυρ Θανάση Χατζηπαυλίδημε το χαμηλό καφενείο που κουβαλούσε τους καφέδες επάνω στο ποδήλατο (πώς το κανε;;!!!), τον παππού μου στο καφενείο του κυρ Θανάση και την επιβλητική του περπατησιά στο σοκάκι ανάμεσα στο καφενείο και στις σόμπες του Δημητριάδη, τον κυρ Λεωνίδα με το ταξί τότε, την καφετέρια BIG BEN, το δισκάδικο στη διπλανή γωνία, όπου κατέβαινες ένα σκαλοπάτι για να αγοράσεις βινύλια ή να γράψεις κασέτες, το περίπτερο, το σουβλατζίδικο του Οδυσσέα, το ποδηλατάδικο του κυρ Μήτσου, τα μαξιλάρια της κυρίας Άννας, την Control της Κικής, τον μπαμπά της τον Γιάννο Κυριακίδη χάρη στον οποίο ζω σήμερα, καθώς 8 μηνών βρέφος η αφεντιά μου στην πλημμύρα του ’79 τον συν-εκίνησε να τολμήσει και να κατεβεί στο χαμόσπιτό μας και να με πάρει αγκαλιά βγάζοντάς με μέσα από νερό και λάσπη.

Όλα όμως άλλαξαν, όλα αλλάζουν. Τα μαγαζιά έκλεισαν, κλείνουν. Έδωσαν και δίνουν τη θέση τους σε άλλα. Η πλατεία όμως δεν έφυγε. Η πλατεία είναι εδώ. Οι άνθρωποί της έφυγαν, οι άνθρωποί της φεύγουν. Οι άνθρωποί της έκαναν παιδιά, έκαναν εγγόνια, δισέγγονα. Τα άφησαν συνεχιστές, κληροδότησαν τη στόφα τους. Αλλά η πλατεία δεν είναι ίδια. Ξηλώθηκε κι αυτή εκ θεμελίων. Μάλλον σε σημείο καμπής για την ιστορία της. Και ευαγγελίζεται να μας δώσει περισσότερη ομορφιά.

Μόνο που δεν ξέρω αν τα πλακάκια της θα ‘ναι χαραγμένα με κεραμίδι, ούτε αν το μικρό καφενείο θα ξανατρατάρει καφέ στους θαμώνες του. Χαμογελαστέ Λεωνίδα να κερνάς τον παππού μου εκεί ψηλά κι όλους εκείνους που χτίσαν την πλατεία με όνειρα που κουβάλησαν στις πλάτες τους από τη Σαφράμπολη. Κι εγώ, παραφράζοντας τον Ισοκράτη θα το πάρω απόφαση: οι πλατείες δεν πεθαίνουν. Πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γι’ αυτό εξαιτίας της αθανασίας τους υπομένουν τις αλλαγές και από τους θεούς και από τους ανθρώπους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ