«Σου έχω πει… μόνο μπάλα.» «Εδώ δεν είναι παιδική χαρά.»
«Σου έχω πει… μόνο μπάλα.»
«Εδώ δεν είναι παιδική χαρά.»
Αυτές οι δύο φράσεις έμειναν στο μυαλό μου σήμερα.
Όχι επειδή ειπώθηκαν σε έναν επαγγελματία ποδοσφαιριστή.
Όχι επειδή αφορούσαν έναν έφηβο.
Αλλά επειδή ειπώθηκαν σε ένα παιδί περίπου 10-11 ετών.
Βρέθηκα σήμερα σε ένα τουρνουά ακαδημιών. Μετά το τέλος των αγώνων, είδα έναν πατέρα να παίρνει στην άκρη τον γιο του και να του μιλάει σε ιδιαίτερα έντονο ύφος. Το παιδί στεκόταν απέναντί του αποσβολωμένο.
Δεν γνωρίζω τι είχε προηγηθεί.
Δεν γνωρίζω τι είχε πει ή τι είχε κάνει το παιδί μέσα στο παιχνίδι.
Και δεν έχω κανένα δικαίωμα να κρίνω έναν άνθρωπο χωρίς να γνωρίζω την ιστορία του.
Αυτό που είδα όμως μετά, δύσκολα ξεχνιέται.
Λίγο αργότερα, το παιδί έκλαιγε με λυγμούς στην αγκαλιά του προπονητή του, ο οποίος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να το ηρεμήσει.
Και εκεί γύρω, κάποιοι γονείς κοιτούσαν απορημένοι.
«Μα γιατί του φωνάζει; Ήταν ο καλύτερος παίκτης στο γήπεδο…»
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε στον παιδικό αθλητισμό.
Νομίζουμε ότι το παιδί χρειάζεται να είναι καλύτερο.
Ενώ αυτό που πραγματικά χρειάζεται είναι να νιώθει ότι είναι αρκετό.
Στα 10 και στα 11 χρόνια ένα παιδί δεν χρειάζεται να κουβαλάει στους ώμους του το όνειρο ενός γονιού.
Δεν χρειάζεται να φοβάται το λάθος.
Δεν χρειάζεται να πιστεύει ότι η αξία του εξαρτάται από το πόσα γκολ έβαλε, πόσες πάσες έκανε, αν κέρδισε η ομάδα ή αν ο προπονητής τον έβαλε βασικό.
Και σίγουρα δεν χρειάζεται να αισθάνεται ότι μετά από έναν αγώνα πρέπει να αποδείξει κάτι στον ίδιο του τον πατέρα.
Χρειάζεται να ακούσει:
«Μπράβο που προσπάθησες.»
«Πέρασες καλά;»
«Τι σου άρεσε περισσότερο σήμερα;»
«Έκανες κάποιο λάθος; Δεν πειράζει. Έτσι μαθαίνουμε.»
«Είμαι περήφανος για σένα.»
Και πάνω απ’ όλα:
«Σε αγαπώ είτε κερδίσεις είτε χάσεις.»
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν όρια.
Δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχει πειθαρχία.
Δεν σημαίνει ότι ο αθλητής δεν πρέπει να προσπαθεί, να ακούει τον προπονητή του και να βελτιώνεται.
Σημαίνει ότι πρέπει να ξεχωρίζουμε κάτι πολύ σημαντικό:
Άλλο η απαίτηση για προσπάθεια και άλλο η πίεση για αποτέλεσμα.
Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής αναφέρει ότι η θετική γονεϊκή υποστήριξη, με έμφαση στη χαρά, την εξέλιξη και όχι αποκλειστικά στη νίκη, επηρεάζει σημαντικά το αν ένα παιδί θα απολαμβάνει και θα συνεχίσει τον αθλητισμό. Παράλληλα, η πίεση από γονείς, προπονητές ή συνομηλίκους αναφέρεται ως παράγοντας κινδύνου για burnout στους νεαρούς αθλητές.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δίνει επίσης ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία θετικών σχέσεων γονέα-παιδιού και στην αποφυγή σκληρών μορφών γονεϊκής συμπεριφοράς, με στόχο την προστασία της συναισθηματικής και ψυχικής υγείας των παιδιών.
Και εδώ έρχεται ο ρόλος του προπονητή.
Ο προπονητής μιας ακαδημίας δεν είναι μόνο αυτός που μαθαίνει στο παιδί να κάνει σωστά μια πάσα, να κοντρολάρει την μπάλα ή να παίρνει σωστή θέση στο γήπεδο.
Είναι ένας από τους σημαντικούς ενήλικες στη ζωή του παιδιού.
Πρέπει να μπορεί να καταλάβει πότε ένα παιδί χρειάζεται διόρθωση και πότε χρειάζεται μια αγκαλιά.
Πότε χρειάζεται να του πει «προσπάθησε περισσότερο» και πότε χρειάζεται απλώς να του πει «είμαι εδώ».
Η UEFA αναγνωρίζει πλέον ξεκάθαρα ότι η προστασία και η ευημερία των παιδιών στο ποδόσφαιρο είναι ευθύνη όλων — γονέων, προπονητών, στελεχών και ολόκληρης της ποδοσφαιρικής κοινότητας — και έχει αναπτύξει ειδικά εργαλεία για την προστασία των παιδιών στο grassroots ποδόσφαιρο.
Γιατί το ποδόσφαιρο των παιδιών δεν είναι μικρογραφία του επαγγελματικού ποδοσφαίρου.
Είναι παιδική ηλικία.
Και το παιδί που σήμερα φοράει τη φανέλα μιας ακαδημίας μπορεί αύριο να γίνει ποδοσφαιριστής.
Μπορεί όμως και να μη γίνει.
Μπορεί να σταματήσει στα 12.
Μπορεί στα 14.
Μπορεί να καταλάβει ότι αγαπάει περισσότερο το μπάσκετ, τη μουσική, τη ζωγραφική ή οτιδήποτε άλλο.
Και αυτό είναι απολύτως εντάξει.
Γιατί ο πραγματικός μας στόχος δεν θα έπρεπε να είναι να δημιουργήσουμε μόνο καλύτερους ποδοσφαιριστές.
Ο στόχος πρέπει να είναι να μεγαλώσουμε καλύτερους ανθρώπους.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να θυμόμαστε κάτι κάθε φορά που το παιδί μας βγαίνει από το γήπεδο.
Πριν ρωτήσουμε:
«Κέρδισες;»
«Πόσα έβαλες;»
«Γιατί δεν έκανες αυτό;»
«Γιατί δεν έτρεξες περισσότερο;»
ας το ρωτήσουμε:
«Πέρασες καλά;»
Και αν κάποια μέρα γυρίσει σπίτι στενοχωρημένο, ας μην προσπαθήσουμε αμέσως να του εξηγήσουμε τι έκανε λάθος.
Ας καθίσουμε δίπλα του.
Ας το ακούσουμε.
Γιατί μπορεί εκείνη τη στιγμή να μη χρειάζεται έναν ακόμη προπονητή.
Μπορεί να χρειάζεται απλώς τον μπαμπά του ή τη μαμά του.
Και κάτι τελευταίο, ίσως το σημαντικότερο:
Ας μην κάνουμε τα παιδιά μας να αγαπήσουν το ποδόσφαιρο μόνο όταν κερδίζουν.
Ας τα βοηθήσουμε να αγαπήσουν το ποδόσφαιρο επειδή μέσα σε αυτό έμαθαν να προσπαθούν, να συνεργάζονται, να πέφτουν και να σηκώνονται, να κάνουν φίλους, να χαμογελούν και να αισθάνονται ότι ανήκουν κάπου.
Γιατί στο τέλος της ημέρας…
δεν θυμάται κανείς πόσα γκολ έβαλε ένα παιδί στα 10 του.
Θυμάται όμως πολύ καλά πώς ένιωθε όταν έβγαινε από το γήπεδο.
ΥΓ Δεν χρειάζεται να ξέρουμε αν ένα παιδί είναι ο καλύτερος ή ο χειρότερος παίκτης για να ξέρουμε ότι χρειάζεται έναν ασφαλή ενήλικα δίπλα του.
Νίκος Γεωργίου
Προπονητής ποδοσφαίρου
UEFA C Licence
Απόφοιτος ΤΕΦΑΑ, ΑΠΘ
MSc Applied Sport & Exercise Nutrition, Oxford Brooks University
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
Κατερίνα Ιγνατιάδου: Εισηγήτρια στο συνέδριο της ΕΔΔΥΠΠΥ
27 Σεπτεμβρίου 2026 -
Νίκος Παρούτογλου:Η πρόληψη στην υγεία είναι επένδυση στον άνθρωπο...
27 Σεπτεμβρίου 2026 -
ΠΑΟΚ: Ο Σαββίδης στην προπόνηση του Δικεφάλου, μίλησε με παίκτες και επιτελείο
27 Σεπτεμβρίου 2026
ΣΧΟΛΙΑ