«Στάση πληρωμών» 4,25 εκατ. φορολογουμένων: Η ακτινογραφία της οικονομικής ασφυξίας και το ναυάγιο των 72 δόσεων
Ο συνοψισμός των βασικών "κατά" της νέας ρύθμισης.
Σε κατάσταση παρατεταμένης οικονομικής ασφυξίας και «βωβής» αθέτησης υποχρεώσεων βρίσκεται η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας, με τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή για την εξέλιξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο να αποτυπώνουν μια δομική αδυναμία επιβίωσης απέναντι στον φορολογικό μηχανισμό.
Το αφήγημα της ισχυρής ανάπτυξης και της δημοσιονομικής σταθερότητας καταρρέει κάτω από το βάρος της πραγματικότητας που βιώνουν εκατομμύρια νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Από το τέλος του 2019 έως το τέλος Απριλίου 2026, μέσα σε διάστημα 6 ετών και 4 μηνών διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία και ενώ η Ελλάδα είχε εξέλθει από την υφεσιακή μέγκενη των μνημονίων τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο αυξήθηκαν σωρευτικά περίπου κατά 19,4 δισ. ευρώ: από 105,62 δισ. ευρώ που είχαν διαμορφωθεί στο τέλος του 2019, εκτοξεύθηκαν στα 125 δισ. ευρώ στο τέλος Απριλίου 2026. Ομως ενδιάμεσα, το 2023, η ΑΑΔΕ, σε συνεννόηση με την κυβέρνηση, διέγραψε «μονοκοντυλιά» 10,41 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο που βάρυναν τον ΟΣΕ και «προσγείωσε» τεχνητά το συνολικό υπόλοιπο των ληξιπρόθεσμων οφειλών στα 106,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2023 και εν τέλει στα 114,57 δισ. ευρώ στο τέλος Απριλίου 2026.
Χαρακτηριστική της όλης κατάστασης είναι η τελευταία τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ) για το 2026, η οποία έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο αυτό που η κυβέρνηση επιχειρεί συστηματικά να υποβαθμίσει: 4,25 εκατομμύρια φορολογούμενοι έχουν προχωρήσει σε μια άτυπη, αλλά αναγκαστική «στάση πληρωμών» προς το Δημόσιο, αδυνατώντας να παρακολουθήσουν το κύμα της ακρίβειας, το αυξημένο κόστος παραγωγής και τη διαρκή συρρίκνηση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η διαδρομή της ασφυξίας: 2019-2026
Η ανάλυση των στοιχείων της ΑΑΔΕ και των εκθέσεων του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής από το τέλος του 2019 έως και το τέλος Απριλίου του 2026 αποκαλύπτει μια συνεχή, γραμμική επιδείνωση των δεικτών της ιδιωτικής οικονομίας. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από διαδοχικές κρίσεις –την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και τον επίμονο πληθωρισμό της τελευταίας τετραετίας– οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με ημίμετρα, επιδόματα-ψίχουλα και ρυθμίσεις-παγίδα.
Στο τέλος του 2019, το συνολικό ποσό των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο βρισκόταν ήδη σε δυσθεώρητα επίπεδα, καθώς ανερχόταν σε 105,618 δισ. ευρώ. Παρά τις κυβερνητικές υποσχέσεις για ελάφρυνση και εξυγίανση, τα στοιχεία της ΑΑΔΕ και οι εκθέσεις του ΓΠΚΒ των ετών 2020-2022 κατέγραψαν και τεκμηρίωσαν μια επικίνδυνη ποιοτική μεταβολή: τα χρέη σταμάτησαν να είναι «προϊόν του παρελθόντος» (της δεκαετούς μνημονιακής κρίσης) και άρχισαν να τροφοδοτούνται από νέες, φρέσκες οφειλές.
Η ενεργειακή κρίση και η αισχροκέρδεια στην αγορά το 2022 και το 2023 λειτούργησαν ως επιταχυντές. Το αποτέλεσμα ήταν έως το τέλος του 2022 το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο να εκτοξευτεί στα 113,747 δισ. ευρώ. Κι αν δεν είχε προχωρήσει η ΑΑΔΕ εντός του πρώτου εξαμήνου του 2023 σε διαγραφή οφειλών του ΟΣΕ ύψους 10,41 δισ. ευρώ προς το Δημόσιο, το υπόλοιπο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο στο τέλος του ιδίου έτους θα είχε ήδη ανέβη στα 116,3 δισ. ευρώ. Τα αμέσως επόμενα δύο χρόνια, όμως, το 2024 και το 2025, το μεγαλύτερο μέρος της τεχνητής μείωσης που είχε «κερδηθεί» με τη διαγραφή των 10,41 δισ. ευρώ του ΟΣΕ καλύφθηκε με νέες αλματώδεις αυξήσεις στο υπόλοιπο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο, κατά 3,7 δισ. ευρώ το 2024, κατά 4,16 δισ. ευρώ το 2025 και κατά 771 εκατ. ευρώ μόλις στο πρώτο τετράμηνο του 2026.
Αν δεν είχε διαγραφεί το χρέος του ΟΣΕ, το σύνολο των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο θα ήταν ήδη 125 δισ. ευρώ στο τέλος Απριλίου 2026 έναντι 105,618 δισ. ευρώ στο τέλος του 2019. Αυτό αποδεικνύει ουσιαστικά ότι η πραγματική αύξηση του συνολικού ποσού των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο την περίοδο από το τέλος του 2019 έως το τέλος Απριλίου 2026 –κατά την οποία, σημειωτέον, κυβερνούσε η Νέα Δημοκρατία με τη χώρα να έχει βγει από τα Μνημόνια– ήταν περίπου 19,5 δισ. ευρώ!
Η τεράστια αυτή αύξηση κρύβει μια εφιαλτική πραγματικότητα: τη δραματική ανακύκλωση του χρέους. Οι φορολογούμενοι πληρώνουν ένα μέρος παλιών οφειλών υπό την απειλή κατασχέσεων, αλλά την ίδια στιγμή δημιουργούν μεγαλύτερα νέα χρέη, αδυνατώντας να εξοφλήσουν σημαντικού ύψους ποσά από τους τρέχοντες φόρους εισοδήματος, τον ΕΝΦΙΑ και τον ΦΠΑ.

Η γεωγραφία των οφειλετών
Η τελευταία τριμηνιαία έκθεση του ΓΠΚΒ προσφέρει μια ανατριχιαστική ακτινογραφία της κοινωνικής βάσης των οφειλετών. Ο αριθμός των πολιτών και των νομικών προσώπων με ανοιχτούς λογαριασμούς στην Εφορία έχει παγιωθεί στα 4,2 εκατομμύρια, δηλαδή σχεδόν ένας στους δύο φορολογούμενους στη χώρα.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα της έκθεσης, ωστόσο, δεν είναι το συνολικό ποσό, αλλά η κατανομή του:
Το 90% των οφειλετών (3,84 εκατομμύρια επί συνόλου 4,25 εκατομμυρίων) χρωστά ποσά έως 10.000 ευρώ.
Η πλειονότητα αυτών έχει μικροοφειλές έως 500 ή 1.000 ευρώ.
Η συγκέντρωση της συντριπτικής πλειονότητας των οφειλετών σε αυτά τα χαμηλά χρηματικά κλιμάκια αποτελεί την απόλυτη τεκμηρίωση της δομικής αδυναμίας των ελληνικών νοικοκυριών. Δεν πρόκειται για στρατηγικούς κακοπληρωτές ή για «μεγαλοκαρχαρίες» που κρύβουν τα κέρδη τους σε φορολογικούς παραδείσους. Πρόκειται για τον μισθωτό των 900 ευρώ, τον συνταξιούχο, τον αυτοαπασχολούμενο και τον μικρό καταστηματάρχη. Αυτοί οι άνθρωποι αδυνατούν να πληρώσουν εμπρόθεσμα επειδή καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στο σούπερ μάρκετ, τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, το ενοίκιο και την Εφορία. Η Εφορία, μοιραία, έρχεται τελευταία.
Η κυβερνητική ρητορική περί «κουλτούρας πληρωμών» που πρέπει να προστατευθεί, προσβάλλει την κοινή λογική. Οταν το 60% του μηνιαίου εισοδήματος ενός νοικοκυριού απορροφάται από τις βασικές ανάγκες διαβίωσης, η εμπρόθεσμη καταβολή των φορολογικών δόσεων μετατρέπεται σε μαθηματική αδυναμία. Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, αντιμετωπίζουν μια πρωτοφανή καθίζηση της εγχώριας ζήτησης, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνονται από το αυξημένο κόστος δανεισμού και τις προκαταβολές φόρου, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν τις οφειλές προς το Δημόσιο ως ύστατο εργαλείο άτυπης ρευστότητας για να κρατήσουν τις πόρτες τους ανοιχτές.
Το «αγκάθι» των 72 δόσεων
Απέναντι σε αυτό το κοινωνικό και οικονομικό τέλμα, η κυβέρνηση επιστράτευσε για ακόμα μία φορά τη γνωστή συνταγή των ημίμετρων, θεσπίζοντας τη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων για το 2026. Ωστόσο, μια προσεκτική αναλυτική προσέγγιση των όρων και των προϋποθέσεων της συγκεκριμένης ρύθμισης αποκαλύπτει τα δομικά της ελαττώματα, τα οποία την καθιστούν επί της ουσίας «δώρον άδωρον» για τη μεγάλη μάζα των πληγέντων.
Τα βασικά «κατά» της νέας ρύθμισης συνοψίζονται στα εξής:
● Ο αποκλεισμός των νέων χρεών και οι κόφτες: η ρύθμιση δεν αφορά το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών, αλλά περιορίζεται μόνο σε όσα χρέη βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μέχρι 31-12-2023 και παρέμειναν αρρύθμιστα στις 21-4-2026. Οσοι φορολογούμενοι έχουν τέτοια χρέη αλλά δημιούργησαν και νέα κατά την πιο πρόσφατη περίοδο της πληθωριστικής κρίσης, από την 1η-1-2024 μέχρι και σήμερα, βρίσκονται αντιμέτωποι με κόφτες που τους πετάνε ουσιαστικά εκτός, εφόσον αδυνατούν να τακτοποιήσουν με πάγιες ρυθμίσεις 24 ή 48 δόσεων τα νεότερα αυτά χρέη (είτε επειδή έχουν ήδη απολέσει τέτοιες ρυθμίσεις και δεν επιτρέπεται πλέον να επανενταχθούν, είτε επειδή δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τις πάγιες ρυθμίσεις για τα νέα χρέη τους ταυτόχρονα με τη ρύθμιση των 72 δόσεων για τα παλαιά τους χρέη). Αλλά και όσοι έχουν ήδη εντάξει και τα προ του 2024 και τα μεταγενέστερα χρέη τους σε πάγιες ρυθμίσεις, δεν μπορούν να ενταχθούν στις 72 δόσεις για τα παλαιά τους χρέη, επειδή δεν πληρούν το βασικό κριτήριο υπαγωγής, σύμφωνα με το οποίο τα χρέη προ του 2024 πρέπει να ήταν αρρύθμιστα στις 21/4/2026.
● Το απαγορευτικό επιτόκιο: σε μια περίοδο όπου τα επιτόκια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, η ρύθμιση συνοδεύεται από ένα εξαιρετικά τσουχτερό επιτόκιο (που ξεπερνά το 5,8% ετησίως). Αυτό σημαίνει ότι ο φορολογούμενος που θα επιλέξει το σχήμα των 72 δόσεων θα δει το αρχικό του χρέος να διογκώνεται σημαντικά, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον μηνιαίο οικογενειακό προϋπολογισμό του.
● Η υποχρέωση παράλληλης εξόφλησης των τρεχουσών υποχρεώσεων: για να παραμείνει κάποιος στη ρύθμιση, πρέπει να πληρώνει αδιαλείπτως τις τρέχουσες φορολογικές του υποχρεώσεις (φόρος εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ κ.λπ.). Πρόκειται για μια μη ρεαλιστική συνθήκη. Οταν ένας φορολογούμενος αδυνατεί να πληρώσει τον τρέχοντα φόρο, πώς είναι δυνατόν να πληρώσει ΚΑΙ τον τρέχοντα φόρο ΚΑΙ τη δόση της ρύθμισης;
● Η απώλεια με την πρώτη καθυστέρηση άνω των 30 ημερών: Το πλαίσιο είναι εξαιρετικά άκαμπτο. Η καθυστέρηση πληρωμής δύο δόσεων, που ισοδυναμεί με μη πληρωμή δόσεων για τουλάχιστον 31 μέρες ή η δημιουργία νέου ληξιπρόθεσμου χρέους οδηγεί στην αυτόματη αποβολή από τη ρύθμιση και στην άμεση ενεργοποίηση αναγκαστικών μέτρων είσπραξης (κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών).

Προδιαγεγραμμένο «ναυάγιο»
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η προοπτική για την πορεία της ρύθμισης των 72 δόσεων είναι ζοφερή: ελάχιστοι φορολογούμενοι θα καταφέρουν τελικά να ενταχθούν σε αυτήν και ακόμα λιγότεροι θα κατορθώσουν να την ολοκληρώσουν.
Οι λόγοι της αποτυχίας
– Οικονομική εξάντληση: οι προηγούμενες ρυθμίσεις (τύπου 100 ή 120 δόσεων) είχαν γνωρίσει επιτυχία επειδή πρόσφεραν χαμηλό ή μηδενικό επιτόκιο και κούρεμα προσαυξήσεων, σε ένα περιβάλλον χαμηλότερου κόστους διαβίωσης. Οι 72 δόσεις του 2026 έρχονται σε μια στιγμή που τα νοικοκυριά έχουν «στεγνώσει» από αποταμιεύσεις.
– Συνειδητή αποχή λόγω ρίσκου: πολλοί φορολογούμενοι επιλέγουν πλέον συνειδητά να μην μπαίνουν σε ρυθμίσεις-παγίδα. Γνωρίζουν ότι αν ενταχθούν και χάσουν τη ρύθμιση μετά από λίγους μήνες, θα έχουν χάσει τα χρήματα των πρώτων δόσεων χωρίς να έχουν γλιτώσει από τον εφιάλτη των κατασχέσεων.
– Ο φόβος των κατασχέσεων: η ΑΑΔΕ χρησιμοποιεί πλέον αυτοματοποιημένα ψηφιακά εργαλεία για μαζικές κατασχέσεις «με το πάτημα ενός κουμπιού». Οι οφειλέτες νιώθουν ότι η ρύθμιση απλώς μεταθέτει το πρόβλημα για λίγους μήνες, χωρίς να προσφέρει μόνιμη ανακούφιση.
Ουσιαστικά και λαμβανομένων υπόψη των επισημάνσεων της τελευταίας έκθεσης που συνέταξε το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, η επιμονή της κυβέρνησης σε ρυθμίσεις τμηματικής καταβολής που δεν λαμβάνουν υπόψη την πραγματική φοροδοτική ικανότητα των πολιτών και θέτουν εμπόδια στην πραγματική οικονομική τους ανακούφιση απλώς ανακυκλώνει την κρίση. Η νέα ρύθμιση δεν πρόκειται να αναχαιτίσει το κύμα της αθέτησης πληρωμών.
Η λύση δεν βρίσκεται στις τεχνοκρατικές αλχημείες προσωρινών ρυθμίσεων με υψηλά επιτόκια και αποκλεισμούς. Απαιτείται μια γενναία, ρεαλιστική αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους, με κούρεμα βασικής οφειλής και προσαυξήσεων για τους πραγματικά οικονομικά αδύναμους και αδυνατούντες να εξοφλήσουν τις οφειλές τους, διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων και υπαγωγή σε ρύθμιση 120 μηνιαίων δόσεων μόνο της βασικής οφειλής για τους υπόλοιπους υπερχρεωμένους οφειλέτες, σε συνδυασμό με πολιτικές ενίσχυσης των εισοδημάτων και πάταξης της ακρίβειας. Οσο η κυβέρνηση αρνείται να δει την πραγματικότητα, τα 4,2 εκατομμύρια των οφειλετών θα παραμένουν η «βραδυφλεγής βόμβα» στα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ "ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ" - Γιώργος Γεωργίου
efsyn.gr
ΣΧΟΛΙΑ