Τα σχολεία ανοίγουν – Τα δύσκολα τώρα αρχίζουν για τις οικογένειες
Του Στέφανου Μίντζα
Το πρώτο κουδούνι χτυπά. Οι αυλές γεμίζουν ξανά παιδικές φωνές, οι μαθητές επιστρέφουν στα θρανία και μια νέα σχολική χρονιά ξεκινά με ευχές, χαμόγελα και προσδοκίες.
Πίσω όμως από τις καθιερωμένες εικόνες του αγιασμού και τις ευχές για «καλή σχολική χρονιά», υπάρχει μια πραγματικότητα πολύ πιο δύσκολη.
Για χιλιάδες οικογένειες, το άνοιγμα των σχολείων σημαίνει και το άνοιγμα ενός ακόμη μεγάλου κύκλου εξόδων.
Τσάντες, τετράδια, γραφική ύλη, σχολικά βοηθήματα, αθλητικά παπούτσια και ρούχα είναι μόνο η αρχή. Ακολουθούν τα φροντιστήρια, τα ιδιαίτερα μαθήματα, τα κέντρα ξένων γλωσσών και οι εξωσχολικές δραστηριότητες.
Για μια οικογένεια με δύο ή τρία παιδιά, ο Σεπτέμβριος μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους δυσκολότερους οικονομικά μήνες του χρόνου.
Και εδώ γεννάται ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αποφεύγεται: πόσο πραγματικά δωρεάν είναι η δημόσια εκπαίδευση, όταν η ελληνική οικογένεια καλείται να βάλει τόσο βαθιά το χέρι στην τσέπη;
Η PISA μάς δείχνει ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο
Το οικονομικό βάρος για τις οικογένειες θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αποτελεί τη μία πλευρά του προβλήματος. Υπάρχει όμως και η άλλη: τι αποτελέσματα παράγει τελικά το εκπαιδευτικό μας σύστημα;
Και εδώ τα τελευταία στοιχεία της διεθνούς αξιολόγησης PISA 2025 του ΟΟΣΑ δεν επιτρέπουν πανηγυρισμούς.
Οι 15χρονοι μαθητές στην Ελλάδα βρέθηκαν κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ στα Μαθηματικά, στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες.
Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα ποσοστά των παιδιών που κατακτούν τουλάχιστον το βασικό επίπεδο επάρκειας.
Στα Μαθηματικά το καταφέρνει μόλις το 50% των Ελλήνων μαθητών, έναντι 65% στον ΟΟΣΑ. Στην Κατανόηση Κειμένου το αντίστοιχο ποσοστό είναι 56% έναντι 69%, ενώ στις Φυσικές Επιστήμες 59% έναντι 74%.
Με απλά λόγια, περίπου ένας στους δύο 15χρονους στην Ελλάδα δεν φτάνει ούτε στο βασικό επίπεδο επάρκειας στα Μαθηματικά.
Και η κατάσταση δεν δείχνει να βελτιώνεται. Σε σχέση με το 2015, το ποσοστό των μαθητών χαμηλών επιδόσεων αυξήθηκε κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες στα Μαθηματικά, κατά 17 στην Κατανόηση Κειμένου και κατά 8 στις Φυσικές Επιστήμες.
Δεν είναι απλώς μια θέση σε έναν διεθνή πίνακα κατάταξης. Είναι ένα καμπανάκι για το μέλλον της χώρας.
Γιατί την ίδια ώρα που οι γονείς πληρώνουν φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, βοηθήματα και ιδιαίτερα μαθήματα, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ σε βασικές δεξιότητες.
Κάτι, λοιπόν, πρέπει να αλλάξει.
Στην Πέλλα υπάρχει και μια δεύτερη πραγματικότητα
Στον Νομό Πέλλας το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση.
Γιατί δίπλα στο οικονομικό και εκπαιδευτικό πρόβλημα υπάρχει το δημογραφικό και η σταδιακή αποδυνάμωση πολλών χωριών μας.
Κάθε χρόνο λιγότερα παιδιά περνούν τις πόρτες σχολικών μονάδων της υπαίθρου. Τάξεις μικραίνουν και σε μικρές τοπικές κοινωνίες η συζήτηση για συγχωνεύσεις σχολείων επιστρέφει ξανά και ξανά.
Όταν όμως κλείνει ένα σχολείο σε ένα χωριό, δεν χάνεται απλώς ένα δημόσιο κτίριο.
Χάνεται ένα κομμάτι ζωής από το ίδιο το χωριό.
Το σχολείο είναι από τους τελευταίους θεσμούς που κρατούν μια μικρή κοινωνία ζωντανή. Αν φύγει το σχολείο, γίνεται ακόμη δυσκολότερο για μια νέα οικογένεια να επιλέξει να παραμείνει εκεί.
Και κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: λιγότεροι κάτοικοι, λιγότερα παιδιά, λιγότερες υπηρεσίες και τελικά ακόμη μεγαλύτερη εγκατάλειψη της υπαίθρου.
Σχολεία δύο ταχυτήτων
Υπάρχει όμως και κάτι που πρέπει να ειπωθεί καθαρά.
Δεν έχουν όλα τα παιδιά τις ίδιες ευκαιρίες.
Άλλη είναι η καθημερινότητα ενός μαθητή που ζει σε μια πόλη και έχει δίπλα του σχολείο, φροντιστήριο, κέντρο ξένων γλωσσών, αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες και άλλη εκείνου που μεγαλώνει σε ένα μικρό χωριό της Πέλλας.
Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να απαιτούνται καθημερινές μετακινήσεις αρκετών χιλιομέτρων. Οι επιλογές για δραστηριότητες είναι μικρότερες και κάθε μετακίνηση σημαίνει χρόνο και επιπλέον χρήματα για την οικογένεια.
Ακόμη και τα στοιχεία της PISA 2025 αποτυπώνουν προβλήματα πόρων: το 46% των μαθητών στην Ελλάδα φοιτούσε σε σχολεία των οποίων οι διευθυντές δήλωσαν ότι η διδασκαλία επηρεάζεται, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, από έλλειψη εκπαιδευτικού προσωπικού. Το 39% φοιτούσε σε σχολεία όπου αναφέρθηκαν ελλείψεις εκπαιδευτικού υλικού και το 47% σε σχολεία όπου προβλήματα στις υποδομές θεωρήθηκε ότι δυσχεραίνουν τη διδασκαλία.
Και εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος: να εδραιωθεί μια εκπαίδευση δύο ταχυτήτων, όχι μόνο ανάμεσα στους οικονομικά ισχυρότερους και ασθενέστερους, αλλά και ανάμεσα στην πόλη και την ελληνική περιφέρεια.
Η Πέλλα χρειάζεται τα παιδιά της
Το δημογραφικό δεν αντιμετωπίζεται μόνο με διαπιστώσεις, ημερίδες και συνέδρια.
Αν πραγματικά θέλουμε οι νέοι άνθρωποι να παραμείνουν στα χωριά και στην περιφέρεια, πρέπει να μπορούν να δημιουργήσουν εκεί οικογένεια με αξιοπρέπεια.
Αυτό σημαίνει καλό σχολείο κοντά στο σπίτι τους. Σημαίνει εκπαιδευτικούς στην ώρα τους, ασφαλή μεταφορά των μαθητών, σύγχρονες υποδομές και ίσες δυνατότητες για κάθε παιδί, ανεξάρτητα από το αν μεγαλώνει στα Γιαννιτσά, στην Έδεσσα, στην Αριδαία, στη Σκύδρα ή σε ένα μικρό χωριό της Πέλλας.
Και σημαίνει, πάνω απ' όλα, ένα δημόσιο σχολείο τόσο δυνατό ώστε η οικογένεια να μη θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι για να προχωρήσει το παιδί της χρειάζεται να πληρώνει και μια δεύτερη, ιδιωτική εκπαίδευση τα απογεύματα.
Το πρώτο κουδούνι, λοιπόν, δεν πρέπει να είναι μόνο μια ευκαιρία για φωτογραφίες και ευχές.
Πρέπει να είναι μια υπενθύμιση της ευθύνης που έχουμε απέναντι στα παιδιά μας.
Γιατί το πραγματικό στοίχημα δεν είναι απλώς να ανοίξουν σήμερα όλα τα σχολεία.
Είναι να προσφέρουν όλα την ίδια ευκαιρία στη γνώση. Είναι να μπορούν οι οικογένειες να αντέξουν το κόστος. Και, ειδικά για την Πέλλα, είναι να υπάρχουν αύριο αρκετά παιδιά για να γεμίσουν ξανά τις σχολικές αυλές.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
Τα σχολεία ανοίγουν – Τα δύσκολα τώρα αρχίζουν για τις οικογένειες
11 Σεπτεμβρίου 2026 -
Στους σχολικούς αγιασμούς ο Διονύσης Σταμενίτης
11 Σεπτεμβρίου 2026
ΣΧΟΛΙΑ