|
Οι εικόνες από την ανατίναξη και καταστροφή λιγνιτικών υποδομών στη Δυτική Μακεδονία, προκαλούν εύλογο προβληματισμό και ανησυχία στους πολίτες της χώρας. Σε μια περίοδο που η Ελλάδα εξακολουθεί να πληρώνει ακριβά την εξάρτησή της από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, εγκαταλείπεται οριστικά ο μόνος εγχώριος ενεργειακός πυλώνας που είχε στη διάθεσή της επί δεκαετίες. Για κάποιους πρόκειται απλώς για παλιά μηχανήματα που ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους. Για τους κατοίκους όμως της περιοχής πρόκειται για ένα κομμάτι της παραγωγικής ιστορίας του τόπου που οδηγείται στην εξαφάνιση. Είναι η επιβεβαίωση ότι η κυβέρνηση επέλεξε την «πράσινη μετάβαση», χωρίς να εξασφαλίσει εναλλακτικές λύσεις που να στηρίζουν πραγματικά την τοπική κοινωνία. Το ζήτημα όμως δεν είναι απλώς η απομάκρυνση παλαιού εξοπλισμού. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί υπάρχει τόση βιασύνη να εξαφανιστεί κάθε λιγνιτική υποδομή, που θα μπορούσε να διατηρηθεί ως στρατηγική ενεργειακή εφεδρεία της χώρας, ακόμα και για ενδεχόμενη μελλοντική ενεργειακή κρίση . Όπως φαίνεται για την κυβέρνηση δεν αρκούσε το πρόωρο και βίαιο κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων. Δεν αρκούσε η απώλεια χιλιάδων άμεσων και έμμεσων θέσεων εργασίας χωρίς κάποιο σοβαρό επενδυτικό σχέδιο. Δεν αρκεί η διαρκής αιμορραγία με την ερήμωση της ευρύτερης περιοχής και τη “βίαιη εκδίωξη” νέων ανθρώπων στο εξωτερικό. Σήμερα έρχονται να προσθέσουν ακόμη ένα λιθαράκι στην υποβάθμιση της περιοχής, με την καταστροφή κάθε γέφυρας επιστροφής. Γιατί καταστρέφονται υποδομές που αποτελούσαν δημόσια περιουσία και στρατηγικό παραγωγικό κεφάλαιο της χώρας; Με ποια βεβαιότητα η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ξηλώνει κάθε πιθανή εθνική εφεδρεία και θεωρεί ότι οι ενεργειακές κρίσεις ανήκουν οριστικά στο παρελθόν; Ποιος τους εξουσιοδότησε να αποκλείουν οριστικά κάθε ενδεχόμενο επιστροφής στη λιγνιτική δραστηριότητα; Η σημερινή κυβέρνηση φέρει ακέραια την ευθύνη για τη βίαιη απολιγνιτοποίηση της χώρας, χωρίς επαρκή κάλυψη από τις νέας μορφής ενεργειακές πηγές, χωρίς εναλλακτικό σχέδιο εν ώρα κρίσης όπως αποδείχθηκε, την ώρα που άλλα ευρωπαϊκά κράτη επέλεξαν τη σταδιακή απολιγνιτοποίηση, όπως η Γερμανία θέτοντας χρονικό ορίζοντα το 2038, ώστε να προετοιμαστούν καλύτερα και να διατηρήσουν «ζωντανές» την οικονομία και την απασχόληση στις λιγνιτικές ανατολικές περιοχές της. Στην Ελλάδα, όμως, των κυρίων Τσίπρα πρώτα, που παρέδωσε πλήρως την αγορά στους κανόνες του χρηματιστηριακού μοντέλου, και Μητσοτάκη στη συνέχεια, που έσπευσε να παρουσιάσει τη βίαιη απολιγνιτοποίηση ως εθνικό επίτευγμα, υπάρχει σύμπραξη για την ενεργειακή λεηλασία, την ιδιωτικοποίηση του εθνικού πλούτου, την κοινωνική κατάρρευση, την υποθήκευση του μέλλοντος των παιδιών μας, την ολοκληρωτική καταστροφή της πατρίδας μας. Οι σημερινοί κυβερνώντες, αφού έταξαν τα πάντα για να προχωρήσουν αναίμακτα την απολιγνιτοποίηση στη Δυτική Μακεδονία, τώρα την έχουν εγκαταλείψει αβοήθητη, φροντίζοντας μόνο να ολοκληρωθεί το έγκλημα. Η Δυτική Μακεδονία δεν ζητά προνόμια. Ζητά δικαιοσύνη. Ζητά παραγωγή. Ζητά σοβαρές θέσεις εργασίας. Η ΝΙΚΗ ζητά να παραμείνουν σε λειτουργία οι λιγνιτικές μονάδες, να αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής τους στο μείγμα ενεργειακής ασφάλειας της χώρας, να συγκροτηθεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την ενεργειακή επάρκεια όχι βάσει των οικονομικών συμφερόντων αλλά βάσει των αναγκών της ελληνικής κοινωνίας, να προβλεφθεί η δυνατότητα αξιοποίησης των λιγνιτικών υποδομών ως μελλοντικού εφεδρικού μηχανισμού και να σταματήσει άμεσα η ανατίναξη τους, προτού μετατραπεί σε ανατίναξη κάθε προοπτικής και ελπίδας για τον τόπο. Από το Γραφείο Τύπου της ΝΙΚΗΣ |
ΣΧΟΛΙΑ