Τέμπη: Όλη η κοινωνία με το βλέμμα στη Δικαιοσύνη
Η κύρια δίκη για την υπόθεση των Τεμπών έχει οριστεί για τις 23 Μαρτίου ● Θα ανατραπεί το αίσθημα της αδικίας και της ατιμωρησίας ή θα συνεχιστεί η συγκάλυψη;
Τρία χρόνια από τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023, οι συγγενείς αλλά και σύσσωμη η ελληνική κοινωνία εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις για τους 57 νεκρούς και τα αίτια που οδήγησαν στον θάνατό τους. Το έγκλημα των Τεμπών ήταν το αποτύπωμα μιας πολιτικής που άφησε την ασφάλεια των πολιτών να κινείται στα τυφλά. Με την έναρξη της κύριας δίκης να έχει οριστεί για τις 23 Μαρτίου, η Δικαιοσύνη καλείται να αναμετρηθεί όχι μόνο με πρόσωπα αλλά με ένα ολόκληρο σύστημα ευθυνών.
Η μεγάλη δίκη θα διεξαχθεί στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο «Γαιόπολις» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Στο εδώλιο θα καθίσουν 36 κατηγορούμενοι, σε μια διαδικασία που αναμένεται να είναι από τις πιο ογκώδεις της Μεταπολίτευσης: 250 δικηγόροι, 352 μάρτυρες, χιλιάδες σελίδες δικογραφίας. Οι 33 εξ αυτών αντιμετωπίζουν το κακούργημα της διατάραξης συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, αδίκημα που επισύρει ακόμη και ισόβια κάθειρξη όταν έχει αποτέλεσμα τον θάνατο ανθρώπων, καθώς και σειρά πλημμελημάτων για ανθρωποκτονία και σωματικές βλάβες από αμέλεια. Οι υπόλοιποι τρεις διώκονται για πλημμεληματικές πράξεις.
Η ανάκριση του εφέτη ανακριτή Σωτήρη Μπακαΐμη ανέδειξε τρία διακριτά επίπεδα ευθύνης. Στο πρώτο επίπεδο βρίσκεται ο σταθμάρχης της Λάρισας, ο οποίος έστειλε την επιβατική αμαξοστοιχία στη γραμμή καθόδου, οδηγώντας στη μετωπική σύγκρουση. Μαζί του κατηγορούνται οι δύο σταθμάρχες της απογευματινής βάρδιας που αποχώρησαν πρόωρα, καθώς και ο προϊστάμενος επιθεώρησης που, ενώ γνώριζε τις ελλείψεις του 60χρονου, τον τοποθέτησε σε νευραλγικό πόστο. Η μετάταξή του, παρά το όριο ηλικίας, εγκρίθηκε από τριμελή επιτροπή, αποτυπώνοντας μια παγιωμένη πελατειακή λογική στον ΟΣΕ.
Το δεύτερο επίπεδο αγγίζει την καρδιά του κρατικού εγκλήματος και δεν είναι άλλο από τη Σύμβαση 717 για την τηλεδιοίκηση και τη σηματοδότηση. Από το 2016 έως το 2023 το έργο παρέμενε ημιτελές, με επτά διαδοχικές παρατάσεις. Στελέχη της ΕΡΓΟΣΕ και του ΟΣΕ, πρώην πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι κατηγορούνται ότι αποδέχθηκαν συνειδητά τον κίνδυνο λειτουργίας ενός δικτύου χωρίς κρίσιμα συστήματα ασφαλείας. Η δικαστική πραγματογνωμοσύνη είναι σαφής καθώς, όπως αναφέρει, εάν λειτουργούσε το σύστημα αυτόματης πέδησης ETCS, η σύγκρουση θα είχε κατά πάσα πιθανότητα αποτραπεί. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά το οικονομικό σκέλος της σύμβασης, με κατηγορίες που περιλαμβάνουν ηθική αυτουργία σε απάτη σχετική με επιχορηγήσεις και ψευδείς βεβαιώσεις.
Το τρίτο επίπεδο αφορά τη θεσμική εποπτεία. Η τότε πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων και υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Μεταφορών κατηγορούνται ότι αδειοδότησαν και επέτρεψαν τη λειτουργία ενός δικτύου που ήταν γνωστό ότι έπασχε. Αντί να αναστείλουν τη λειτουργία επικίνδυνων τμημάτων ή να επιβάλουν περιορισμούς, βασίστηκαν σε ελλιπείς διαβεβαιώσεις. Οι διευθυντές του υπουργείου διώκονται για κακούργημα, ενώ ο πρώην υπουργός και γενικοί γραμματείς παραπέμπονται για πλημμέλημα, σε ακόμη ένα παράδοξο του νόμου περί ευθύνης υπουργών.
Παράλληλα με τη βασική δίκη, εξελίσσονται ακόμη πέντε υποθέσεις. Στις 6 Μαρτίου εκδικάζεται η υπόθεση δύο ελεγκτών της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας για παράβαση καθήκοντος σχετικά με τον έλεγχο της Σύμβασης 717. Εντός του 2026 αναμένεται να φτάσει στο ακροατήριο και το σκέλος της ίδιας της σύμβασης, με 23 κατηγορούμενους. Η υπόθεση έχει συνενωθεί με άλλη που αφορά αποζημίωση περίπου 3 εκατ. ευρώ προς την κοινοπραξία του έργου.
Εκρηξη
διαίτερο βάρος έχει και η διερεύνηση της έκρηξης που ακολούθησε τη σύγκρουση. Ο ανακριτής υιοθέτησε το πόρισμα πραγματογνωμόνων του ΕΜΠ, σύμφωνα με το οποίο τα έλαια σιλικόνης των μετασχηματιστών προκάλεσαν την πυρόσφαιρα. Ωστόσο, εκθέσεις άλλων ειδικών και ευρήματα του Γενικού Χημείου του Κράτους κάνουν λόγο για πιθανή μεταφορά 2,5 τόνων εύφλεκτου πτητικού υγρού. Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ και η παραίτηση του πρώην προέδρου του οργανισμού, ο οποίος κατήγγειλε πιέσεις για αλλοίωση στοιχείων, εντείνουν τα ερωτήματα.
Ανοιχτό παραμένει και το μέτωπο της διαχείρισης του βιντεοληπτικού υλικού από τον εμπορευματικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας εκδικάζεται εδώ και κάποιους μήνες υπόθεση που αφορά την καθυστέρηση κατάσχεσης σκληρών δίσκων και την απώλεια μέρους του υλικού.
Η κρισιμότητα της δίκης αυτής έγκειται στο ότι το βίντεο της φόρτωσης θα μπορούσε να αποτελέσει την ακτινογραφία του περιεχομένου των βαγονιών, δίνοντας οριστική απάντηση σχετικά με τη μεταφορά εύφλεκτων υλικών. Η καθυστέρηση στην κατάσχεση των σκληρών δίσκων και η αποκάλυψη ότι μέρος του υλικού είχε σβηστεί ή δεν είχε ζητηθεί εγκαίρως ενισχύουν τη δυσπιστία που κυριαρχεί σχετικά με την υπόθεση.
Στο πεδίο της πολιτικής ευθύνης, δύο ειδικά δικαστήρια αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η υπόθεση της αλλοίωσης του τόπου του δυστυχήματος αφορά τον πρώην υφυπουργό Χρήστο Τριαντόπουλο και ακόμη επτά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας. Οι συγγενείς ζητούν αναβάθμιση της κατηγορίας σε κακούργημα, θεωρώντας ότι επιχειρήθηκε απόκρυψη κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Παράλληλα, ο φάκελος του πρώην υπουργού Μεταφορών Κώστα Αχ. Καραμανλή βρίσκεται σε εξέλιξη, με συγγενείς θυμάτων να έχουν ήδη παραστεί προς υποστήριξη της κατηγορίας.
πηγή: efsyn.gr
* κεντρική φώτο: AP Photo/Petros Giannakouris
ΣΧΟΛΙΑ