Το 2000 είναι ακόμη…. μακριά: Τα μνημόνια έφυγαν, πολλοί φόροι έμειναν
Τα φορολογικά «απόνερα» των μνημονίων εξακολουθούν να επιβαρύνουν την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.
Γιώργος Παλαιτσάκης • gpalaitsakis@naftemporiki.gr
Σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από την προμνημονιακή περίοδο 2000 – 2009 παραμένουν σήμερα οι φορολογικές επιβαρύνσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων στην Ελλάδα, παρά τις μειώσεις φόρων που έχουν υλοποιηθεί την περίοδο 2019-2025.
Είναι προφανές ότι, ακόμη και σήμερα, τα… απόνερα της μνημονιακής περιόδου εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά την οικονομική κατάσταση εκατομμυρίων νοικοκυριών και χιλιάδων επιχειρήσεων, με τη μορφή υψηλών φορολογικών επιβαρύνσεων που προέκυψαν λόγω των αυξήσεων φόρων αλλά και της επιβολής νέων φόρων που νομοθετήθηκαν την εποχή των μνημονίων, αλλά δεν καταργήθηκαν μέχρι σήμερα.
Τέτοια παραδείγματα είναι ο ΕΝΦΙΑ και ο φόρος πολυτελούς διαβίωσης, που νομοθετήθηκαν κατά τις περιόδους των δύο πρώτων μνημονίων, καθώς επίσης και οι υπέρμετρα υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ (6%, 13% και 24%) και ειδικοί φόροι κατανάλωσης (0,70 ευρώ ανά λίτρο στη βενζίνη κ.λπ.), που διαμορφώθηκαν επίσης την εποχή των μνημονίων.
Σύμφωνα με τα αποκαλυπτικά στοιχεία μιας νέας ετήσιας μελέτης του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ):
- Το 2000, το φορολογικό βάρος στην Ελλάδα ανερχόταν στο 42,1% του καθαρού εθνικού εισοδήματος, έναντι 48,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έως το 2009 μειώθηκε ακόμη περισσότερο, στο 41%, έναντι 47,5% στην Ε.Ε.
- Η εικόνα άλλαξε ριζικά με την έναρξη της δημοσιονομικής κρίσης και την επιβολή των μνημονίων. Από το 2009 έως το 2012, καταγράφηκε μια απότομη αύξηση του φορολογικού βάρους. Το ποσοστό ανέβηκε από 41,0% το 2009 στο 49,2% το 2012, δηλαδή σημείωσε αύξηση κατά 8,2 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε τρία χρόνια.
- Το 2012 αποτελεί κομβικό σημείο, καθώς για πρώτη φορά η Ελλάδα ουσιαστικά ξεπέρασε τον μέσο όρο της Ε.Ε., ο οποίος βρισκόταν στο 48,7%. Η σύγκλιση αυτή δεν προέκυψε, βεβαίως, από μείωση της ευρωπαϊκής επιβάρυνσης, αλλά από την έντονη φορολογική προσαρμογή στην Ελλάδα, η οποία επιβλήθηκε μέσω των μνημονίων, με υπέρμετρη αύξηση φόρων.
- Μεταξύ 2012 και 2015, το φορολογικό βάρος παρέμεινε σε πολύ υψηλά επίπεδα. Από 49,2% το 2012, κινήθηκε ελαφρώς χαμηλότερα το 2013 και το 2014, αλλά το 2015 έφθασε ξανά στο 49,0%.
- Την περίοδο του τρίτου μνημονίου και ειδικότερα την τριετία 2016-2018, το φορολογικό βάρος εκτινάχθηκε στα πολύ υψηλά επίπεδα του 51,4%-51,6% του καθαρού εθνικού εισοδήματος. Σε αυτά τα χρόνια, η Ελλάδα ξεπέρασε τον μέσο όρο της Ε.Ε., ο οποίος κινούνταν μεταξύ 49,3% και 49,5%, είχε δηλαδή μια υπέρβαση του μέσου όρου της Ε.Ε. κατά περίπου 1,5-2 ποσοστιαίες μονάδες.
- Το 2025, επτά χρόνια μετά τη λήξη της περιόδου των επαχθών και καταστροφικών μνημονίων, το φορολογικό βάρος ανήλθε στο 48,6% του καθαρού εθνικού εισοδήματος, δηλαδή μειώθηκε σε σύγκριση με το 2018, όμως παρέμεινε σημαντικά υψηλότερο -κατά 6,5-7,6 ποσοστιαίες μονάδες- σε σύγκριση με την προμνημονιακή περίοδο 2000-2009.

177 μέρες εργασίας για το κράτος
Στη νέα ετήσια μελέτη του ΚΕΦΙM παρουσιάζεται και η πορεία του δείκτη της Ημέρας Φορολογικής Ελευθερίας, ο οποίος υπολογίζει τη μέρα που οι Έλληνες φορολογούμενοι θα απελευθερώνονταν από το βάρος των φόρων, αν με τα χρήματα που κέρδιζαν από την εργασία τους έπρεπε, πριν καλύψουν τις δικές τους ανάγκες, να αποπληρώσουν πρώτα τις υποχρεώσεις τους προς το κράτος.
Όπως επισημαίνεται, με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2025 εργαστήκαμε 177 ημέρες για το κράτος, δηλαδή δύο ημέρες λιγότερες σε σχέση με το 2024 και τρεις μέρες λιγότερες σε σχέση με το 2019.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις των δύο επόμενων ετών, η τάση μείωσης των ημερών εργασίας για το κράτος αναμένεται να συνεχιστεί, με το 2026 να αντιστοιχεί σε περίπου 174 ημέρες και το 2027 σε περίπου 172 ημέρες εργασίας για το κράτος.
Σύμφωνα, εξάλλου, με άλλα ευρήματα της μελέτης του ΚΕΦΙΜ:
- Από τα τελευταία φορολογικά στοιχεία για το έτος 2025 προκύπτει πως πάνω από τα μισά φορολογικά έσοδα (55,1%) προέρχονται από φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή από έμμεσους φόρους, οι οποίοι αποτελούν τη βασική πηγή εσόδων του κράτους.
Ειδικότερα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ εμφανίζουν αύξηση της τάξης του 3,6%, γεγονός που υποδηλώνει ισχυρότερη από την αναμενόμενη απόδοση της φορολογίας στην κατανάλωση. Αντίστοιχα, τα έσοδα από τους ΕΦΚ κινούνται επίσης ανοδικά, αν και με μικρότερη κλίμακα, καταγράφοντας αύξηση περίπου 1,8% έναντι του στόχου. Οι φόροι εισοδήματος ακολουθούν με σημαντικό αλλά σαφώς μικρότερο μερίδιο, λίγο πάνω από το ένα τρίτο του συνόλου (36,6%).
- Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις του προϋπολογισμού, το έτος 2025 είχαμε αύξηση των εσόδων από φόρους της τάξης του 2,8% σε σχέση με την αρχική πρόβλεψη του προϋπολογισμού του 2025. Οι παράγοντες στους οποίους αποδίδεται η αύξηση αυτή είναι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής σε συνδυασμό με την αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, που επηρεάζει κυρίως τα έσοδα από τον ΦΠΑ (αύξηση κατά 952 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον προϋπολογισμό) και η αύξηση των αμοιβών, η οποία επηρεάζει κυρίως τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (αύξηση κατά 645 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον προϋπολογισμό).
Η αύξηση των εσόδων από φόρους και δασμούς επί εισαγωγών κινήθηκε κοντά στο 12% και στους λοιπούς φόρους επί παραγωγής η αύξηση έφτασε το 10%. Ακολουθούν οι φόροι κεφαλαίου με σαφώς μικρότερη αλλά θετική μεταβολή (6,4%), ενώ οι φόροι εισοδήματος και οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών παρουσιάζουν πιο ήπιες αυξήσεις, λίγο πάνω από το 3%.
- Το 2025, παρατηρείται μια σχετική αποκλιμάκωση της φορολογικής επιβάρυνσης. Η Ελλάδα βρίσκεται στη 10η θέση ανάμεσα στις 27 χώρες της Ε.Ε. ως προς τη μεγαλύτερη συνολική φορολογική επιβάρυνση από φόρους και εισφορές.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
Το 2025 ήταν το 2ο θερμότερο καταγεγραμμένο έτος στην Ελλάδα
16 Ιανουαρίου 2026 -
Νέα Τούμπα: Ίδρυσε την εταιρεία ειδικού σκοπού ο Σαββίδης
16 Ιανουαρίου 2026 -
Μνεία για τον Γιάννη Μιχαηλίδη: Και ποτέ να μην τα παρατάς...
16 Ιανουαρίου 2026
ΣΧΟΛΙΑ