Το Μελίσσι Πέλλας και οι Θεοί του Τρακτέρ ή αλλιώς να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα
γράφει ο Κατράνας Γιώργος
Κάποτε ο αγρότης ήταν ήρωας. Σήμερα είναι ειδικός στην επιβίωση. Και όταν λέμε επιβίωση, δεν εννοούμε τίποτα ποιητικό, εννοούμε να κρατήσεις το τρακτέρ σου, το χωράφι σου και τη φήμη σου όρθια, χωρίς να σε φάνε οι γείτονες, οι «θεσμοί» ή η ίδια σου η κοινότητα. Στο Μελίσσι και στα πέριξ, η κοινωνική αξία δεν μετριέται σε καλοσύνη, μόρφωση ή δημιουργία. Μετριέται σε κυβικά, τετραγωνικά και στρέμματα. Αν δεν έχεις, δεν υπάρχεις. Ο Θεός του Πλούτου δεν έχει εικόνισμα αλλά έχει αγροτικό διπλοκάμπινο και αυλή τσιμεντωμένη...
Ας είμαστε δίκαιοι. Αυτά δεν συμβαίνουν μόνο εδώ. Σε πολλά χωριά της Ελλάδας θα βρεις την ίδια καχυποψία, τον ίδιο ατομισμό, την ίδια εσωτερική ανασφάλεια που βαφτίζεται υπερηφάνεια. Εδώ όμως το απογείωσαν. Το έκαναν σύστημα. Το έκαναν κανονικότητα. Και το αποτέλεσμα φαίνεται σε κάτι απλό και αμείλικτο. Κανένα μαγαζί δεν στεριώνει. Άνοιξαν. Έκλεισαν. Ξανάνοιξαν. Ξανάκλεισαν. Όχι επειδή δεν υπήρχε ανάγκη, όχι επειδή δεν υπήρχε αγοραστική δύναμη, αλλά επειδή δεν υπήρχε στήριξη. Θα πάνε στο διπλανό χωριό να ψωνίσουν, θα προτιμήσουν την πόλη, θα στηρίξουν την αλυσίδα. Τον συγχωριανό; Ας δούμε αν θα αντέξει, κι αν δεν αντέξει, τόσο το καλύτερο. Λιγότερος ανταγωνισμός, λιγότερη ενόχληση.
Η συλλογικότητα θεωρείται ύποπτη. Η συνεργασία μοιάζει με παγίδα. Ο συνεταιρισμός θυμίζει κάποιον που κάποτε “την έφερε” σε κάποιον άλλον. Η φιλανθρωπία κρύβει ιδιοτέλεια. Αν μοιραστείς, θα χάσεις. Αν βοηθήσεις, κάτι θα ζητήσεις μετά. Κανείς δεν πιστεύει στο ανιδιοτελές, γιατί αν το παραδεχτεί, θα πρέπει να αναγνωρίσει και τη δική του μικρότητα.
Η εκκλησία λειτουργεί περισσότερο ως κοινωνικό παρατηρητήριο και ελπίδα ατομικής και όχι συλλογικής σωτηρίας ψυχής παρά ως τόπος αυτοκριτικής. Ποιος ήρθε, ποιος έλειπε, ποιος χαιρέτησε ποιον. Το κήρυγμα συχνά περνάει σε δεύτερη μοίρα. Κι όμως, μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, τα κηρύγματα περί αγάπης του Πατέρα Βασίλη ακούγονται σχεδόν ως φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Μιλά για συγχώρεση, για έμπρακτη στήριξη, για κοινότητα. Τα λόγια αιωρούνται για λίγο στον αέρα και ύστερα χάνονται μέσα σε ψιθύρους, βλέμματα και κοινωνικούς υπολογισμούς. Η αγάπη χειροκροτείται θεωρητικά και ακυρώνεται πρακτικά.
Και το κουτσομπολιό δεν είναι απλή κακία αλλά είναι εργαλείο εξουσίας. Αν σε πιάσουν στο στόμα τους, σε ρυθμίζουν. Σε προσγειώνουν. Σε μαζεύουν. Η φράση “να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα” δεν είναι λαϊκό ανέκδοτο. Είναι στάση ζωής. Αν δεν μπορώ να ανέβω εγώ, ας πέσει ο άλλος. Αν δεν μπορώ να πετύχω, ας αποτύχει κι αυτός.
Η διαφωνία δεν οδηγεί σε διάλογο αλλά σε ένταση. Αν δεν υψώσεις φωνή, θεωρείσαι αδύναμος. Αν δεν επιβληθείς, θα σε προσπεράσουν. Έτσι έμαθαν. Από πολέμους, από φτώχεια, από ιστορίες καχυποψίας που πέρασαν από γενιά σε γενιά. Μόνο που η καχυποψία κάποτε ήταν άμυνα. Τώρα έγινε χαρακτήρας.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η σκληρότητα. Είναι η αδυναμία να χαρούν με την πρόοδο του άλλου. Η επιτυχία δεν εμπνέει αλλά ενοχλεί. Η καλοσύνη δεν συγκινεί αλλά προκαλεί υποψία. Κι έτσι η κοινωνία μικραίνει, όχι πληθυσμιακά, αλλά ηθικά. Γιατί όταν καμία πρωτοβουλία δεν στηρίζεται, όταν κάθε νέα προσπάθεια πνίγεται στη ζήλια και στη σιωπηρή υπονόμευση, τότε δεν φταίει η αγορά. Φταίει η νοοτροπία.
Τα γράφω αυτά όχι ως περαστικός σχολιαστής, αλλά ως άνθρωπος που έζησε πέντε χρόνια εδώ. Τα ένιωσα, τα είδα, τα βίωσα. Δεν είναι θεωρία κοινωνιολογίας αλλά είναι εμπειρία καθημερινή. Είναι η απογοήτευση όταν βλέπεις μια προσπάθεια να μην στηρίζεται. Είναι η σιωπή που βαραίνει όταν θα έπρεπε να υπάρχει ενθάρρυνση. Είναι η μόνιμη αίσθηση ότι η πρόοδος του ενός λογίζεται ως απειλή για τον άλλον.
Υπάρχουν εξαιρέσεις. Πάντα υπάρχουν. Άνθρωποι που θέλουν να συνεργαστούν, να δημιουργήσουν, να προσφέρουν χωρίς αντάλλαγμα. Αλλά σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η εξαίρεση δοκιμάζεται. Αν αντέξει, φεύγει. Κι αν μείνει, μαθαίνει να σωπαίνει.
Και πριν δείξουμε με το δάχτυλο το χωριό, την επαρχία ή τους άλλους, ας κάνουμε κάποιες άβολες ερωτήσεις:
Ποιος συντηρεί αυτό το σύστημα;
Ποιος αναπαράγει τη φήμη;
Ποιος χαίρεται κρυφά όταν το μαγαζί του διπλανού δεν πάει καλά;
Ποιος λέει “δεν μπλέκω” και μετά παραπονιέται ότι τίποτα δεν αλλάζει;
Η κοινωνία δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι οι καθημερινές μας επιλογές. Κάθε φορά που δεν στηρίζεις, κάθε φορά που σχολιάζεις αντί να βοηθήσεις, κάθε φορά που προτιμάς να μικρύνει ο άλλος για να νιώσεις εσύ μεγαλύτερος, προσθέτεις ένα λιθαράκι στην παρακμή που μετά σε πνίγει.
Αν κάποτε θέλουμε να στεριώσει ένα μαγαζί, μια ιδέα, μια συνεργασία, θα πρέπει να συμβεί κάτι απλό και σχεδόν επαναστατικό.
Να χαρούμε με την επιτυχία του άλλου σαν να ήταν δική μας.
Να στηρίξουμε πριν κρίνουμε.
Να μιλήσουμε ανοιχτά αντί να ψιθυρίζουμε.
Να διαφωνήσουμε χωρίς να εξοντώσουμε.
Διαφορετικά, δεν θα φταίει η κρίση, ούτε η ιστορία, ούτε η τύχη. Θα φταίει η βολική μας μικρότητα.
Και τότε δεν θα πεθάνει μόνο η κατσίκα του γείτονα.
Θα πεθάνει η προοπτική όλων.
Και τώρα, αγαπητέ αναγνώστη, αν θέλεις να επιβιώσεις στο Μελίσσι, μάθε δύο πράγματα:
Να παίζεις τα παιχνίδια της πείνας και του κουτσομπολιού ή
να γίνεις η εξαίρεση που θα σε κυνηγήσουν όλοι για να σου μάθουν τι σημαίνει πραγματική κοινωνική “αγάπη”.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
Έρχεται σούπερ πάρτι από τον PELLA FM 103.3
18 Φεβρουαρίου 2026
ΣΧΟΛΙΑ