Ανησυχούν στην Τουρκία από τη βαριά ήττα του Ντόναλντ Τραμπ
Κείμενο: Γιάννης Μανδαλίδης
Ανησυχία για τις συνέπειες της βαριάς ήττας του Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ εκφράζεται στον τουρκικό Τύπο, ενώ η αντιπολίτευση επικρίνει την επιλογή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να επενδύσει στην προσωπική του σχέση με τον Αμερικανό πρόεδρο. Το κυβερνών AKP απορρίπτει, πάντως, τον ισχυρισμό ότι η ήττα των Ρεπουμπλικανών συνιστά και ήττα της τουρκικής κυβέρνησης.
Η επικράτηση των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία δημιουργεί νέα δεδομένα για τις επιδιώξεις της Άγκυρας στα μαχητικά F-35, τις κυρώσεις CAATSA και τους αμερικανικούς κινητήρες του τουρκικού μαχητικού KAAN. Παράλληλα, αναζωπυρώνει τη συζήτηση για την αμερικανική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο και τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Ελλάδα και την Κύπρο.
«Τέλος η διπλωματία αποκλειστικά μέσω Τραμπ»
Η Ασλί Αϊντιντάσμπας, η Τουρκάλα διευθύντρια του προγράμματος για την Τουρκία στο αμερικανικό Ινστιτούτο Brookings, θεωρεί ότι η Άγκυρα πρέπει επειγόντως να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον.
«Η εποχή της διαχείρισης των διμερών σχέσεων αποκλειστικά μέσω του Τραμπ τελείωσε. Αυτό μπορεί να κοστίσει ακριβά στην Τουρκία», προειδοποιεί μιλώντας στην τουρκική υπηρεσία του BBC.
Η ίδια εισηγείται άμεση προσέγγιση των Δημοκρατικών και του Κογκρέσου, με στροφή από την προσωπική στη θεσμική διπλωματία.
Εκτιμά ότι ο Τραμπ, μετά την εκλογική ήττα, θα επικεντρωθεί περισσότερο στο Ιράν και στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας και δεν θα διαθέτει τα ίδια περιθώρια να ασχοληθεί με τις ειδικότερες τουρκικές διεκδικήσεις.
Η Ασλί Αϊντιντάσμπας επισημαίνει ότι όσο οι S-400 παραμένουν στην Τουρκία, οι πιθανότητες άρσης των κυρώσεων CAATSA είναι περιορισμένες, υπενθυμίζοντας ότι οι δύο χώρες αναζητούν «δημιουργικές λύσεις» για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η ίδια προσθέτει ότι η Τουρκία χρειάζεται διακρατική συμφωνία και ότι οι δύο καθοριστικοί θεσμοί που πρέπει να κινηθούν συντονισμένα είναι το Πεντάγωνο και το Κογκρέσο.
Παράλληλα, θεωρεί αναγκαία βήματα της Άγκυρας στα ανθρώπινα δικαιώματα και στον εκδημοκρατισμό, θέματα στα οποία αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία οι Δημοκρατικοί και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ.
AKP: Ο Ερντογάν δεν εκλέγεται από τους Αμερικανούς
Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο αντιπρόεδρος του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), Χουσεΐν Γιαϊμάν, αντέδρασε σε όσους ισχυρίζονται ότι μαζί με τον Τραμπ «έχασε και το AKP».
«Οι Αμερικανοί εκλέγουν τον Ταγίπ Ερντογάν; Οι Γάλλοι τον εκλέγουν;», διερωτήθηκε, προσθέτοντας ότι τον Τούρκο πρόεδρο τον εκλέγουν οι ψηφοφόροι της χώρας του. Διαβεβαίωσε επίσης ότι ο Ερντογάν παραμένει υποψήφιος της κυβερνητικής συμμαχίας για την προεδρία.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι προσωπικές σχέσεις, λέει η αντιπολίτευση
Αντίθετα, ο Γκιοκχάν Γκιουναϊντίν, αντιπρόεδρος της Kοινοβουλευτικής Oμάδας του Νέου Κόμματος (Yeni Parti) της κεμαλικής αξιωματικής αντιπολίτευσης, υποστήριξε ότι «η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται μέσω προσωπικών σχέσεων», επισημαίνοντας ότι ο Τραμπ δεν πέτυχε την άρση των κυρώσεων CAATSA ούτε όταν οι Ρεπουμπλικανοί διέθεταν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο.
Άσκησε επίσης κριτική στις περιφερειακές επιλογές της Άγκυρας, συνδέοντάς τες με τους σχεδιασμούς Τραμπ και του Ισραηλινού πρωθυπουργού, Μπενιάμιν Νετανιάχου, στη Μέση Ανατολή.
Τα όρια των υποσχέσεων Τραμπ
Ο έγκυρος πολιτικός συντάκτης Μουράτ Γετκίν, σε ανάλυσή του στο Yetkin Report, εκτιμά ότι οι Δημοκρατικοί μπορούν να καθυστερήσουν ή να δυσχεράνουν την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, την άρση των κυρώσεων και τις εξαγωγές κινητήρων για το KAAN.
Ανάλογο προβληματισμό θέτουν η Gazete Oksijen και η Ekonomim, όπως και ο Σινάν Ουλγκέν, διευθυντής του Κέντρου Μελετών Οικονομίας και Εξωτερικής Πολιτικής (EDAM), που σημειώνει στην τουρκική υπηρεσία της Deutsche Welle ότι το ευνοϊκότερο παράθυρο ευκαιρίας έχει κλείσει, χωρίς ωστόσο να αποκλείει αποτελέσματα στις διαπραγματεύσεις με τα νέα πρόσωπα του Κογκρέσου.
Λιγότερο απαισιόδοξος εμφανίζεται, ξεκινώντας από μία άλλη αφετηρία, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Bilkent Οζγκιούρ Οζνταμάρ. Υποστηρίζει ότι η ήττα του Τραμπ δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην μεγάλη επιδείνωση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, καθώς η προσωπική του σχέση με τον Ερντογάν δεν είχε ήδη αποφέρει απτά αποτελέσματα στα F-35, στους κινητήρες του KAAN ή στον εκσυγχρονισμό των F-16.
Ανατολική Μεσόγειος και ελληνοτουρκικά
Η αλλαγή των συσχετισμών στην Ουάσιγκτον αποκτά ενδιαφέρον και για τις ελληνοτουρκικές διαφορές, ιδιαίτερα σε σχέση με τις τουρκικές αμφισβητήσεις θαλάσσιων δικαιοδοσιών, τις NAVTEX και την υλοποίηση ενεργειακών έργων.
Ιδιαίτερη σημασία για τα ελληνοτουρκικά αποκτά η εκτίμηση του Μουράτ Γετκίν ότι το νέο Κογκρέσο μπορεί να ασκήσει μεγαλύτερες πιέσεις στην Άγκυρα για την πολιτική της στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ έχουν αποκτήσει σημαντικό στρατηγικό περιεχόμενο, με έμφαση στην ενέργεια και την ασφάλεια.
Η ενίσχυση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να δυσκολέψει τη διπλωματία Ερντογάν–Τραμπ, αλλά η έκταση των επιπτώσεων στα ελληνοτουρκικά και τα ενεργειακά έργα θα εξαρτηθεί από τις συγκεκριμένες πρωτοβουλίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και των νομοθετών.
Άλλωστε, η υποστήριξη της συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δεν αποτελεί αποκλειστική επιλογή των Δημοκρατικών. Ήδη από το 2019, με διακομματική πρωτοβουλία των γερουσιαστών Μπομπ Μενέντεζ και Μάρκο Ρούμπιο, το Κογκρέσο θέσπισε νόμο για την ενίσχυση της ασφάλειας και της ενεργειακής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πιο πρόσφατα, τον περασμένο Αύγουστο, διακομματική ομάδα Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών βουλευτών, με επικεφαλής τον Μπραντ Σνάιντερ και τον Γκας Μπιλιράκη, ζήτησε από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να δώσει προτεραιότητα στο έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, Great Sea Interconnector (GSI). Τον περασμένο μήνα, άλλωστε, ο ίδιος ο Ρούμπιο επανέλαβε την αμερικανική υποστήριξη στον GSI, παρά τις τουρκικές αντιρρήσεις.
Το νέο στοιχείο, επομένως, είναι ότι οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου και πρωτοβουλιών από τον Ιανουάριο.
Ο Γετκίν εκτιμά ότι τυχόν νέοι περιορισμοί από την Ουάσιγκτον μπορεί να ωθήσουν την Άγκυρα να ενισχύσει τις δικές της περιφερειακές συνεργασίες, με τη Λιβύη και την Αίγυπτο στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.
newsbeast.gr
ΣΧΟΛΙΑ