Η Ελλάδα έγινε Χόλιγουντ, η Ύδρα του '80 ξαναχτίστηκε από το μηδέν για τον Μπραντ Πιτ
Τι κρύβεται πίσω από τη λάμψη μιας χολιγουντιανής υπερπαραγωγής; Η άφιξη του Μπραντ Πιτ στην Υδρα για τα γυρίσματα της νέας του ταινίας «The Riders»δεν έφερε στο νησί μόνο τον παγκόσμιο σταρ, αλλά και μια ολόκληρη «μηχανή» απόλυτης οργάνωσης, τεχνικής ακρίβειας και εξαντλητικής προετοιμασίας, όπου τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη. Πίσω από κάθε πλάνο κρύβεται ένα «αόρατο» δίκτυο ανθρώπων, συντονισμών και αποφάσεων που ξεκινούν μήνες πριν ανάψουν οι κάμερες. Από τα ποσά που δόθηκαν σε κομπάρσους και επαγγελματίες του νησιού μέχρι τις διαπραγματεύσεις με καταστηματάρχες για να κατεβάσουν ρολά, και από τη μεταμόρφωση της Υδρας σε σκηνικό της δεκαετίας του ’80 έως τις αυστηρές πρόβες με σωσίες, η παραγωγή λειτούργησε με κανόνες που θυμίζουν στρατιωτική επιχείρηση.
Το ρεπορτάζ που ακολουθεί αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές αυτής της κινηματογραφικής «απόβασης». Πώς οργανώθηκε βήμα-βήμα η επιχείρηση, πόσο κόστισε το κλείσιμο του λιμανιού και των επιχειρήσεων, ποιοι πληρώθηκαν και πόσο, αλλά και πώς η παραμικρή λεπτομέρεια, από ένα παλιό σαμπουάν Ultrex στη βιτρίνα μέχρι ένα κόσμημα κομπάρσου, έπρεπε να υπηρετεί με απόλυτη ακρίβεια την εποχή που αναβιώνει η ταινία. Η κινηματογραφική «απόβαση» στην Υδρα μόνο τυχαία ή πρόχειρη δεν ήταν. Η προετοιμασία είχε ξεκινήσει σχεδόν έναν χρόνο πριν από την άφιξη των συνεργείων, όταν τα πρώτα στελέχη της παραγωγής επισκέφθηκαν την Υδρα για να εντοπίσουν τις κατάλληλες τοποθεσίες. Στόχος τους ήταν να χαρτογραφήσουν κάθε σημείο που θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε σκηνικό της δεκαετίας του 1980 και να εξασφαλίσουν εγκαίρως τις απαραίτητες συμφωνίες με ιδιοκτήτες καταστημάτων και χώρων.
Ανάμεσα στα σημεία που αναζητούσαν ήταν και ένα φαρμακείο, καθώς στο σενάριο της ταινίας «The Riders» περιλαμβάνεται μία κομβική σκηνή. O Μπραντ Πιτ, υπό καταρρακτώδη τεχνητή βροχή, κρατά στην αγκαλιά του την κόρη του και τρέχει για να της παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, μια σκηνή που καταγράψαμε κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στην Υδρα. Αρχικά, η παραγωγή είχε εντοπίσει υφιστάμενο φαρμακείο του νησιού, με τον ιδιοκτήτη μάλιστα να εμφανίζεται πρόθυμος να το παραχωρήσει και να αποδεχθεί την αλλαγή του ντεκόρ, ώστε να παραπέμπει σε φαρμακείο της δεκαετίας του ’80.

Τελικά, όμως, κρίθηκε ότι οι ανάγκες του γυρίσματος απαιτούσαν απόλυτο έλεγχο του χώρου. Ετσι, επιλέχθηκε μια αποθήκη δίπλα από το ξενοδοχείο «Sidra», η οποία μετατράπηκε εκ βάθρων σε φαρμακείο άλλης εποχής. Από την πρόσοψη μέχρι τα ράφια και τα προϊόντα στη βιτρίνα, όλα σχεδιάστηκαν εκ νέου, ώστε να υπηρετούν με ακρίβεια την αισθητική και την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1980, αποδεικνύοντας ότι, σε μια τέτοια παραγωγή, ακόμη και όταν υπάρχει έτοιμη λύση, προτιμάται η απόλυτα ελεγχόμενη κατασκευή από το μηδέν.
Το λέιζερ
Η οργάνωση της διαμονής αποτέλεσε ξεχωριστό κεφάλαιο επιχείρησης. Πέρα από τα ξενοδοχεία και τα καταλύματα τύπου Airbnb που μισθώθηκαν για τις ανάγκες περίπου 500 μελών της παραγωγής, έκλεισαν συνολικά 13 μεγάλες κατοικίες στην Υδρα. Ορισμένες από αυτές χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για τον Μπραντ Πιτ, με αυξημένα μέτρα ιδιωτικότητας και ελεγχόμενη πρόσβαση.
Ο σταρ φέρεται να διέμεινε διαδοχικά στο πρώην σπίτι του Μπουτάρη, σε κατοικία ιδιοκτησίας Τίνο Ζερβουδάκη, αλλά και σε ένα μικρό ξενοδοχείο στο Βλυχό, το οποίο παρέμενε κλειστό και άνοιξε ειδικά για τη φιλοξενία του. Η επιλογή εναλλασσόμενων σημείων διαμονής δεν ήταν τυχαία, καθώς στόχος ήταν να ενισχυθούν τα μέτρα ασφαλείας του και να περιορίζεται η έκθεσή του στον κόσμο.
Κλείσιμο
Τι τον ενοχλούσε
Σύμφωνα μάλιστα με τους σωματοφύλακές του, ο Μπραντ δεν έδειχνε να ενοχλείται ιδιαίτερα από τις επαγγελματικές κάμερες και τους φωτογράφους, αλλά κυρίως από τα κινητά τηλέφωνα και τον συγκεντρωμένο κόσμο.
Στη διάθεσή του είχε δύο φουσκωτά σκάφη για τις μετακινήσεις του από και προς τα πιο απομονωμένα σημεία του νησιού, ενώ η προσωπική του ασφάλεια συνοδευόταν από ομάδα σωματοφυλάκων που χρησιμοποιούσαν ισχυρούς φακούς και λέιζερ, επιχειρώντας να αποτρέψουν λήψεις από κάμερες κινητών τηλεφώνων.
Η κρυμμένη σύντροφος
Ξεχωριστό ενδιαφέρον προκάλεσε και η παρουσία ή μάλλον η απουσία της συντρόφου του Μπραντ Πιτ, της καλλονής Ινές ντε Ραμόν. Η 33χρονη, που δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον χώρο των κοσμημάτων, εθεάθη μόνο κατά την άφιξή της στο νησί και έκτοτε δεν εμφανίστηκε σε κανένα από τα γυρίσματα, ούτε σε δημόσιες μετακινήσεις στο λιμάνι ή στα σοκάκια της Υδρας.

Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις όπου οι σύντροφοι διεθνών σταρ συνοδεύουν διακριτικά στα πλατό ή πραγματοποιούν εμφανίσεις σε τοπικά εστιατόρια, στην προκειμένη περίπτωση δεν καταγράφηκε καμία κοινή έξοδος. Το ζευγάρι δεν εθεάθη να κάνει βόλτες στο νησί, ούτε να δειπνεί σε κάποιο από τα γνωστά σημεία της Υδρας. Η παρουσία της περιορίστηκε αυστηρά στους χώρους διαμονής, στις βίλες όπου έμενε ο ηθοποιός, με το πρόγραμμα να παραμένει απολύτως ιδιωτικό και προστατευμένο από τα φώτα της δημοσιότητας.
Οι stand-in actors και η σκηνή της τεχνητής βροχής
Πριν από κάθε γύρισμα, προηγείται μια ολόκληρη «στρατιωτικού τύπου» προεργασία. Κεντρικό ρόλο σε αυτήν έχουν οι stand-in actors, οι οποίοι δεν βρίσκονται εκεί για να παραπλανήσουν δημοσιογράφους ή φωτογράφους, ούτε για να αντικαταστήσουν τους ηθοποιούς σε επικίνδυνες σκηνές, όπως συχνά πιστεύεται. Αντίθετα, αποτελούν βασικό εργαλείο της τεχνικής ομάδας. Πάνω στον stand-in actor του Μπραντ Πιτ ρυθμίζονταν τα πάντα. O φωτισμός, τα κάδρα των καμερών, η ένταση και η κατεύθυνση του ήχου, ακόμη και οι ακριβείς κινήσεις μέσα στο σκηνικό. Στόχος ήταν όταν ο σταρ θα έμπαινε στο πλατό, όλα να είναι ήδη λυμένα, ώστε να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος. Για τον λόγο αυτό, πριν από κάθε σκηνή πραγματοποιούνταν τουλάχιστον τρεις πλήρεις δοκιμές, με τον stand-in actor να εκτελεί όλες τις κινήσεις, ενώ σε ορισμένα πλάνα έπαιζε ακόμη και σκηνές πλάτη, όπου δεν απαιτούνταν το πρόσωπο του πρωταγωνιστή.


Αντίστοιχη διαδικασία ακολουθήθηκε και για την «κόρη» του στο σενάριο, η οποία επίσης διέθετε δική της σωσία, μια μικροκαμωμένη ενήλικη γυναίκα, ώστε να δοκιμάζονται με ακρίβεια οι κινήσεις και τα τεχνικά στοιχεία πριν από το τελικό γύρισμα.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η σκηνή της τεχνητής βροχής. Μετά τις επαναλαμβανόμενες δοκιμές των stand-in actors, ο ίδιος ο Μπραντ Πιτ εκτέλεσε κανονικά τη σκηνή, κουβαλώντας μόνος του την «κόρη» του μέσα στην καταιγίδα - και μάλιστα τρεις φορές συνεχόμενα. Στα 62 του χρόνια, ο σταρ φαίνεται να έχει εξαιρετική φυσική κατάσταση, επιβεβαιώνοντας τον επαγγελματισμό και τη σωματική αντοχή που απαιτεί μια τέτοια παραγωγή.
Ακόμη και ο Ελληνας «σωσίας» του Μπραντ Πιτ, Αρης Κόντος, που τράβηξε έντονα το ενδιαφέρον του κόσμου λόγω της ομοιότητάς του με τον σταρ, προκάλεσε αρχικά σύγχυση για το αν ορισμένες σκηνές θα γυρίζονταν από τον ίδιο τον Πιτ, ή από κάποιον που απλώς του έμοιαζε. Τελικά, όπως αποδείχθηκε, αξιοποιήθηκε ως stand-in actor, χρησιμοποιούμενος στις τεχνικές δοκιμές φωτισμού, κάδρου και κινήσεων προτού εμφανιστεί στο πλατό ο κανονικός πρωταγωνιστής.


Η σκηνή της τεχνητής βροχής προκάλεσε εντύπωση και θαυμασμό τόσο για την τεχνική της αρτιότητα όσο και για την κλίμακα της επιχείρησης που στήθηκε στα καλντερίμια της Υδρας. Η παραγωγή χρησιμοποίησε μεγάλους ασκούς νερού σε συνδυασμό με ισχυρές αντλίες υψηλής πίεσης, ενώ η τροφοδοσία γινόταν μέσω άντλησης από πυροσβεστικούς κρουνούς. Η κατανάλωση καταγράφηκε με υδρομετρητή και, σύμφωνα με πληροφορίες, θα καταβληθεί στον Δήμο Υδρας το προβλεπόμενο αντίτιμο, ενώ προβλέφθηκε και διαβροχή των δρόμων ώστε να επιτευχθεί η επιθυμητή κινηματογραφική αίσθηση. Είδαμε το προσωπικό της παραγωγής να μεταφέρει βαριές μάνικες και εκτεταμένες σωληνώσεις μέσα από τα στενά καλντερίμια, ώστε να συνδεθούν με μεγάλες φορητές δεξαμενές νερού τοποθετημένες σε καίρια επιλεγμένα σημεία.
Το αποτέλεσμα ήταν μια απόλυτα ελεγχόμενη «καταιγίδα», η οποία στην κάμερα έδινε την εντύπωση φυσικού φαινομένου. Για λόγους ασφαλείας, στο σημείο όπου έτρεχαν τόσο ο stand-in actor όσο και ο Μπραντ Πιτ στρώθηκε ειδικός μεγάλος μαύρος αντιολισθητικός τάπητας, περιορίζοντας τον κίνδυνο πτώσης πάνω στα βρεγμένα και γυαλιστερά λιθόστρωτα. Μια σκηνή που στην οθόνη διαρκεί μόλις λίγα λεπτά, αλλά στην πραγματικότητα απαίτησε ώρες σχολαστικής προετοιμασίας, τεχνικών δοκιμών και απόλυτου ελέγχου κάθε παραμέτρου.
Μπραντ Πιτ στο «I love it here»
Η συνάντηση με έναν σταρ του διαμετρήματος του Μπραντ Πιτ στην Υδρα δεν είναι μια απλή υπόθεση· αντιθέτως, απαιτεί υπομονή, διαρκή εγρήγορση και συνεχή μετακίνηση στα στενά σοκάκια. Οι δημοσιογράφοι έπρεπε να αλλάζουν διαρκώς σημεία, να παρακολουθούν τις διαδρομές της ασφάλειας και να κινούνται σχεδόν σιωπηλά, καθώς τα μέτρα προστασίας γύρω από τον Χολιγουντιανό σταρ είναι αυστηρά. Μέσα σε αυτό το απαιτητικό σκηνικό καταφέραμε να τον συναντήσουμε τη στιγμή που αποχωρούσε από το καμαρίνι του, προκειμένου να μεταφερθεί στο λιμάνι. Ο Μπραντ Πιτ εμφανίστηκε χαλαρός, ευδιάθετος και χαμογελαστός, ντυμένος απλά και χωρίς ίχνος βιασύνης, δείχνοντας να απολαμβάνει την ατμόσφαιρα του νησιού. Παρά τις αυξημένες προφυλάξεις, ο ίδιος παρέμεινε προσιτός και ευγενικός, ανταποκρινόμενος άμεσα στην ερώτησή μας για το πώς του φαίνεται η Ελλάδα, απαντώντας χαρακτηριστικά: «I love it here».

€200 μεροκάματο για κομπάρσους και έως €5.000 τη μέρα για τους καταστηματάρχες
Αν οι stand-in actors αποτέλεσαν τον «αόρατο μηχανισμό» πίσω από την τεχνική προετοιμασία των σκηνών, τότε οι κομπάρσοι και οι επαγγελματίες του νησιού ήταν εκείνοι που έδωσαν σάρκα και οστά στο κινηματογραφικό σύμπαν που στήθηκε στο λιμάνι της Υδρας. Χωρίς τη δική τους συμμετοχή και φυσικά χωρίς την οικονομική συμφωνία που προηγήθηκε, η μεταμόρφωση του τόπου σε σκηνικό της δεκαετίας του ’80 δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Οι περίπου 100 κομπάρσοι, στην πλειονότητά τους κάτοικοι του νησιού, αμείβονταν με περίπου 200 ευρώ ημερησίως, ενώ η παραγωγή φρόντιζε και για τη σίτισή τους κατά τη διάρκεια των πολύωρων γυρισμάτων. Παράλληλα, ντύθηκαν με ρούχα εποχής, ώστε να ενισχυθεί η αυθεντικότητα του σκηνικού. Σύμφωνα με πληροφορίες, μεγάλο μέρος αυτών των ενδυματολογικών επιλογών είχε κατασκευαστεί ειδικά στην Αθήνα, προκειμένου να αποδίδει με ακρίβεια τη μόδα της δεκαετίας του ’80. Αντίστοιχα, για τα καταστήματα που έκλεισαν ή παραχωρήθηκαν για τις ανάγκες των γυρισμάτων καταβλήθηκαν ποσά που κυμαίνονταν από 200 έως και 5.000 ευρώ την ημέρα, ανάλογα με τον ημερήσιο τζίρο τους.

Μάλιστα, ακόμη και ιδιοκτήτες επιχειρήσεων που παρέμεναν κλειστές εκείνη την περίοδο αποζημιώθηκαν κανονικά, ώστε οι χώροι τους να μετατραπούν σε σκηνικά άλλης εποχής. Ωστόσο, παρά τον υποδειγματικό σχεδιασμό, υπήρξε και μια στιγμή αιφνιδιασμού. Η παραγωγή, ενώ είχε ρυθμίσει σχεδόν τα πάντα με απόλυτη ακρίβεια, φαίνεται πως αρχικά «ξέχασε» τους ιδιοκτήτες των θαλάσσιων ταξί. Εκείνοι ενημερώθηκαν την τελευταία στιγμή ότι έπρεπε να μετακινήσουν τα σκάφη τους από το λιμάνι, καθώς εμφανίζονταν στο πλάνο της σκηνής με το ιπτάμενο δελφίνι. Επειτα από διαπραγματεύσεις με άνθρωπο της παραγωγής, πείστηκαν τελικά να τα μεταφέρουν στην απέναντι πλευρά, επιτρέποντας έτσι τη συνέχιση του γυρίσματος, με το δελφίνι να προσεγγίζει την Υδρα και τον Μπραντ Πιτ να βγαίνει από μέσα κρατώντας την κινηματογραφική κόρη του.
Κάτοικοι του νησιού σχολίαζαν ότι η συγκεκριμένη παραγωγή εμφανίστηκε πιο «σφιχτή» στις διαπραγματεύσεις σε σχέση με προηγούμενες, όπως εκείνη της Louis Vuitton High Jewellery πριν από τρία χρόνια, η οποία, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, «έδινε χρήμα με τη σέσουλα», χωρίς ιδιαίτερα παζάρια.
Η τελευταία ευκαιρία του Πιτ;
Η ταινία «The Riders» βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αυστραλού συγγραφέα Τιμ Γουίντον (1994), το οποίο είχε βρεθεί στη βραχεία λίστα για το βραβείο Booker και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Τη διασκευή για τη μεγάλη οθόνη υπογράφει ο Ντέιβιντ Κατζάνικ, μεταφέροντας ένα βαθιά εσωτερικό και συναισθηματικό αφήγημα σε κινηματογραφική γλώσσα. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ένας άνδρας που βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται όταν η σύζυγός του εξαφανίζεται χωρίς καμία εξήγηση. Μαζί με την 11χρονη κόρη του ξεκινά ένα ταξίδι σε ολόκληρη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα μέρη που είχαν επισκεφθεί ως οικογένεια στο παρελθόν. Από την Ιρλανδία έως την Ελλάδα και από τις Βρυξέλλες στο Αμστερνταμ, η αναζήτηση μετατρέπεται σε προσωπική οδύσσεια. Οσο οι απαντήσεις δεν έρχονται, ο ήρωας αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την πιθανότητα μιας ζωής διαφορετικής από εκείνη που είχε οραματιστεί και να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει απώλεια, αγάπη και πατρότητα.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο βραβευμένος με Οσκαρ Εντουαρντ Μπέργκερ, ο οποίος συνεργάζεται με τον Μπραντ Πιτ όχι μόνο ως πρωταγωνιστή αλλά και ως παραγωγό. Ο Μπέργκερ έχει περιγράψει την ταινία ως «μια ιστορία πάνω σε έναν χαρακτήρα», επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια χαμηλότονη, αλλά βαθιά απαιτητική ερμηνευτικά δουλειά. Στην αρχή της ταινίας, ο ήρωας εμφανίζεται να χτίζει με τα ίδια του τα χέρια το σπίτι της οικογένειάς του, μια εικόνα που συμβολίζει τη σταθερότητα και τον ρόλο του ως παραδοσιακού οικογενειάρχη. Οταν όμως ξεκινά η αναζήτηση της συζύγου του, το οικοδόμημα κυριολεκτικά και μεταφορικά αρχίζει να καταρρέει. Για αρκετούς αναλυτές του Χόλιγουντ, το «The Riders» μπορεί να αποτελέσει τη μεγάλη ερμηνευτική στιγμή του Μπραντ Πιτ, με κάποιους να μιλούν ήδη για την «τελευταία μεγάλη ευκαιρία του να διεκδικήσει το Οσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου». Πρόκειται για έναν βαθιά εσωτερικό, δραματικό ρόλο, που στηρίζεται περισσότερο στη συναισθηματική έκθεση και την ερμηνευτική ωριμότητα παρά στη λάμψη ενός σταρ. Η ταινία αναμένεται να κυκλοφορήσει στην Ελλάδα στο τέλος του έτους από τη Spentzos Film και μένει να φανεί αν η ιδιαίτερη αύρα της Υδρας, όπου γυρίστηκαν κομβικές σκηνές, θα αποδειχθεί τελικά και... γούρικη για τον πρωταγωνιστή.
Οταν ο δημόσιος φωτισμός κατέστρεψε το πλάνο
Η λειτουργία στο πλατό θύμιζε καλοκουρδισμένη μηχανή υψηλής ακρίβειας. Δύο ξεχωριστά συνεργεία δούλευαν παράλληλα, με απόλυτο συγχρονισμό. Οταν το ένα πραγματοποιούσε γυρίσματα με τον Μπραντ Πιτ, το δεύτερο προετοίμαζε την επόμενη σκηνή, κάνοντας πρόβες με τους βοηθητικούς ηθοποιούς και τους stand-in actors. Στόχος ήταν κάθε πλάνο να είναι πλήρως λυμένο πριν εμφανιστεί ο πρωταγωνιστής, ώστε ο χρόνος του στο πλατό να αξιοποιείται στο έπακρο.
Ανθρωποι της παραγωγής περιγράφουν ένα σύστημα ελέγχου που δεν άφηνε τίποτα στην τύχη, «μέχρι και την τελευταία βίδα». Χαρακτηριστικό της αυστηρής αυτής οργάνωσης ήταν ένα περιστατικό που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της σκηνής της τεχνητής βροχής. Την ώρα που το πλατό είχε στηθεί με ακρίβεια εκατοστού, άναψαν ξαφνικά τα φώτα της δημοτικής αρχής στα γύρω σοκάκια, αλλοιώνοντας τη φωτιστική ισορροπία της σκηνής. Μέσα σε λιγότερο από τρία λεπτά, μέλη της παραγωγής είχαν ήδη σκαρφαλώσει στους στύλους και ξεβιδώσει τις λάμπες, αποκαθιστώντας το κινηματογραφικό σκοτάδι που απαιτούσε το πλάνο.
Η ίδια εμμονή στη λεπτομέρεια χαρακτήριζε και τη δημιουργία της ατμόσφαιρας εποχής. Τίποτα δεν έπρεπε να «προδίδει» το σήμερα. Από τα ρούχα και τα κοσμήματα των κομπάρσων μέχρι τις επιγραφές και τα αντικείμενα στις βιτρίνες, όλα επιλέχθηκαν ώστε να παραπέμπουν πιστά στη δεκαετία του ’80. Σε αυτό το πλαίσιο, εντυπωσιακή ήταν και η μεταμόρφωση ενός από τα καταστήματα του λιμανιού σε παλαιού τύπου κρεοπωλείο.
Στο εσωτερικό του τοποθετήθηκαν πραγματικά κρέατα, κρεμασμένα σε μεταλλικά τσιγκέλια, ενώ οι τιμές ήταν γραμμένες σε δραχμές, δημιουργώντας μια εικόνα που παρέπεμπε αυθεντικά στην ελληνική αγορά προηγούμενων δεκαετιών. Η επιλογή να χρησιμοποιηθούν αληθινά υλικά και όχι απλά σκηνικά αντικείμενα αποτυπώνει το επίπεδο ρεαλισμού που επιδίωκε η παραγωγή, ακόμη και σε λεπτομέρειες που θα περνούσαν σχεδόν απαρατήρητες στο τελικό πλάνο.
Φωτογραφίες: Παναγιώτης Κουφαλέξης, Getty images / Ideal image
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
Τα ζώδια την Τρίτη 3 Μαρτίου
03 Μαρτίου 2026 -
Σαν σήμερα
03 Μαρτίου 2026 -
Εντυπωσιακό μίνι – λίφτινγκ στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Κιλκίς
03 Μαρτίου 2026
ΣΧΟΛΙΑ