Η «ιδεολογία» της ακρίβειας
Πρώτα πρώτα, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η ακρίβεια δεν είναι ένα προσωρινό φαινόμενο ούτε αντιμετωπίζεται μόνο με επιδοματικές παρεμβάσεις.

Δε νομίζω να υπάρχει μεγαλύτερο πεδίο κυβερνητικής αποτυχίας από εκείνο της ακρίβειας. Όχι μόνον λόγω ποιότητας του προβλήματός. Πρωτίστως, διότι το συνομολογούν άπαντες. Κυβερνητικοί και μη. «Κάνουμε ό,τι μπορούμε» απαντάνε τα αρμόδια στελέχη, αλλά οι τιμές τραβάνε την ανηφόρα – επί 8 συναπτά έτη - ροκανίζοντας τα εισοδήματα όλων μας και ιδίως των μισθωτών και των συνταξιούχων. Τελικά, κάνουμε ό,τι μπορούμε; Όχι, είναι η απάντηση. Τούτο διότι υστερούμε στους τρεις βασικούς συντελεστές της ακρίβειας: στρεβλό παραγωγικό μοντέλο – καρτελοποιημένες αγορές – ασθενής καταναλωτική κουλτούρα.
Πρώτα πρώτα, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η ακρίβεια δεν είναι ένα προσωρινό φαινόμενο ούτε αντιμετωπίζεται μόνο με επιδοματικές παρεμβάσεις. Όταν μια οικονομία παράγει λιγότερα από όσα καταναλώνει, εισάγει περισσότερα από όσα εξάγει και στηρίζεται υπερβολικά στην κατανάλωση και στις υπηρεσίες, η αύξηση των τιμών γίνεται μόνιμη απειλή για το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Συνεπώς είναι μύθος ότι η ακρίβεια είναι κυρίως εισαγόμενη. Η διάρκεια και η ένταση του φαινομένου (ακόμη και σε καιρούς ειρηνικούς) καταδεικνύει ότι το πρόβλημα έχει βαθύτερες ρίζες. Για παράδειγμα, γιατί το εμφιαλωμένο νερό στην Ελλάδα είναι το φθηνότερο Ευρώπης; Γιατί οι τιμές του παραμένουν αμετάβλητες επί μακρόν; Η απάντηση είναι εύλογη: έχουμε δεκάδες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο και πολλές φυσικές πηγές. Παράγουμε!
Η συζήτηση για την ακρίβεια είναι, στην πραγματικότητα, συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Μια οικονομία με ισχυρή βιομηχανία, ανταγωνιστική αγροτική παραγωγή, καινοτομία, εξωστρέφεια και επενδύσεις στην τεχνολογία μπορεί να συγκρατεί το κόστος ζωής, να δημιουργεί καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και να αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Αντίθετα, μια οικονομία που εξαρτάται από εισαγόμενα προϊόντα και χαμηλής προστιθέμενης αξίας δραστηριότητες είναι περισσότερο εκτεθειμένη στις διεθνείς κρίσεις και στις πληθωριστικές πιέσεις.
Δεύτερον, η καταναλωτική κουλτούρα μας είναι ασθενής. Προτιμούμε επώνυμα, εισαγόμενα προϊόντα, τη στιγμή που θα μπορούσαμε να αγοράζουμε και προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (από απορρυπαντικά μέχρι γαλακτομικά προϊόντα). Το πρόβλημα είναι ότι τα περισσότερα προϊόντα που βρίσκουμε σε ένα super market προέρχονται από δύο – τρεις πολυεθνικούς ομίλους που ελέγχουν τις τιμές στη χώρα μας. Όσο συνεχίζουμε να τους προτιμούμε τόσο οι τιμές θα αυξάνονται.
Τρίτον, η απουσία άμεσων, επιστημονικών ελέγχων για ανάδειξη των εναρμονισμένων πρακτικών που ενδημούν στην Ελληνική αγορά σε πάμπολλους τομείς. Όσο δεν διασφαλίζουμε σοβαρό ανταγωνιστικό πλαίσιο τόσο οι τιμές θα αυξάνονται.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα που θα στηρίζεται στη γνώση, στην καινοτομία, στη μεταποίηση, στον πρωτογενή τομέα, στην πράσινη μετάβαση και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Χρειάζεται πολιτικές που θα ενισχύουν τον ανταγωνισμό, θα μειώνουν τα εμπόδια στην επιχειρηματικότητα και θα κατευθύνουν τους διαθέσιμους πόρους σε παραγωγικές επενδύσεις και όχι μόνον στην κατανάλωση.
Η πραγματική απάντηση στην ακρίβεια δεν είναι να «κυνηγάμε» διαρκώς τις αυξήσεις των τιμών με έκτακτα μέτρα. Είναι να δημιουργήσουμε περισσότερη αξία, περισσότερη παραγωγή και περισσότερες ευκαιρίες. Γιατί η χώρα που παράγει περισσότερο μπορεί να προσφέρει καλύτερους μισθούς, χαμηλότερο κόστος ζωής και μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια στους πολίτες της. Η μάχη κατά της ακρίβειας κερδίζεται τελικά στο πεδίο της παραγωγής. Όχι στην ιδεολογικοποίηση ενός δήθεν «πολέμου» που αρχίζει και τελειώνει στα τηλεοπτικά παράθυρα…
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
-
Γκρέι, Καλάθης και Αλεξάντερ οι επόμενες μεταγραφές του ΠΑΟΚ
10 Ιουνίου 2026
ΣΧΟΛΙΑ